Διονυσίου Καλλιάρχου, του καλού ποιμένος, αιωνία η μνήμη.

krufo-sxoleio-kekaumenos

Το 2008 είχα γράψει μια εκτενή μελέτη για το κρυφό σχολειό, η οποία δημοσιεύτηκε ηλεκτρονικά στο διαδικτυακό περιοδικό Αντίβαρο. Η παρούσα μελέτη αποτελεί την δεύτερη και οριστική έκδοση εκείνης, ριζικά αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, και έρχεται να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα της ιστορικότητας του κρυφού σχολειού. Αυτό που εύχομαι τώρα είναι να ανοίξει ο δρόμος για την πλήρη και ολοκληρωμένη επιστημονική διερεύνηση της ιστορίας του κρυφού σχολειού σε όλες τις διαστάσεις και τις εκφάνσεις της, κυρίως σ’ εκείνες που η παρούσα μελέτη δεν θίγει καθόλου.

Είναι γνωστό πως οι αναθεωρητές ιστορικοί θέλουν να αποσυνδέσουν εντελώς την εκκλησία από την επανάσταση του 1821 και από όλα τα άλλα ιστορικά γεγονότα, στα οποία το σύγχρονο Ελληνικό κράτος χρωστάει την ύπαρξη και την συγκρότησή του. Γι’ αυτό και οτιδήποτε συνδέει τον Ελληνισμό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη χαρακτηρίζεται αυτόματα ως μύθος. Ένας από αυτούς τους «μύθους» είναι και το κρυφό σχολειό. Και μάλιστα όχι οποιοσδήποτε, αλλ’ ίσως ο κυριότερος. Πριν μερικές δεκαετίες υπήρχαν πολλοί ιστορικοί και ερευνητές, οι οποίοι αποδέχονταν και υπερασπίζονταν την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού. Όμως τώρα πια, ακόμη και οι πιο σημαντικοί ιστορικοί του πατριωτικού λεγόμενου χώρου, μαζί με εκείνους του εκκλησιαστικού, δεν διστάζουν να παραδεχτούν ευθέως ότι έχουν δίκιο οι αναθεωρητές ιστορικοί, όταν υποστηρίζουν ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρξε ποτέ.

Παράδειγμα χαρακτηριστικό ο γνωστός ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος. Αυτός, ενώ παλαιότερα ήταν ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του κρυφού σχολειού, προς το τέλος της ζωής του δεν δίστασε να αποφανθεί ότι «ορθώς[1]αμφισβητείται η λειτουργία Κρυφού Σχολείου. Διότι δεν μαρτυρείται στις πηγές, αφού μάλιστα οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν την λειτουργία σχολείων μετά την Άλωσιν»[2].

Το ίδιο ευθύς και ξεκάθαρος στην τοποθέτησή του είναι και ο π. Γ. Μεταλληνός, ο οποίος από το 1988 παραδέχτηκε ξεκάθαρα πως το κρυφό σχολειό είναι «ατεκμηρίωτο ιστορικά, ως προς τη διαθρυλούμενη μορφή του». Βέβαια, ο «θρύλος» αυτός, προσθέτει, «έχει οπωσδήποτε υπόσταση», αλλά «με την έννοια, ότι την οργανωμένη παιδεία, αδύνατη για την εποχή αυτή, αναπλήρωνε η ανεπίσημη και ταπεινή φροντίδα της εκκλησίας, στους νάρθηκες των ναών και στις μονές. Τίποτε όμως δεν αποδεικνύει επίσημα καθιερωμένη και συστηματική δίωξη της παιδείας από τους Τούρκους»[3]. Και για τα περαιτέρω παραπέμπει στην «σπουδαία ανάλυση» του Άλκη Αγγέλου στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»[4], δηλαδή στο κείμενο εκείνο, όπου για πρώτη φορά σε επίπεδο έγκριτου επιστημονικού λόγου αμφισβητήθηκε το κρυφό σχολειό. Αυτή η άποψη του Μεταλληνού έχει πλέον γίνει η ημιεπίσημη θέση της εκκλησίας, καθώς εκφράζεται δημόσια από διάφορους θεολόγους και ιερωμένους, ιερείς και μητροπολίτες.

Μετά απ’ όλ’ αυτά, ακόμη και ο πιο ρομαντικός πατριώτης δεν θα μπορούσε παρά να δεχτεί τον μυθικό χαρακτήρα του κρυφού σχολειού ως δεδομένο και αυτονόητο. Αυτό είχα αποδεχτεί και εγώ, μέχρι που υπέπεσε στην αντίληψή μου μια παράγραφος από την ιστορία για την επανάσταση του 1821 του μεγάλου ιστορικού και ακαδημαϊκού Διονύση Κόκκινου, όπου λέει τα εξής:

«Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και δια τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσιν τόσων αμέσων αναγκών που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη[5]

Από τότε αποφάσισα να ερευνήσω το θέμα του κρυφού σχολειού όσο πιο συστηματικά μπορούσα, διότι γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Δ. Κόκκινος κατείχε όσο λίγοι τα θέματα της τουρκοκρατίας και του 1821, και πως όταν αποφαίνεται για κάτι τέτοιο, βαραίνει ιδιαίτερα ο λόγος του.

Έτσι προέκυψε αυτή εδώ η μελέτη στην δεύτερη και οριστική έκδοσή της, η οποία απευθύνεται σε εκείνους που θέλουν να ξέρουν, με επιστημονική ακρίβεια και τεκμηρίωση, ποια είναι η ιστορική αλήθεια για το κρυφό σχολειό. Σ’ αυτήν την έκδοση, η παρούσα μελέτη αναθεωρήθηκε ριζικά σε σχέση με την πρώτη, γιατί έλαβα υπόψιν μου όλες τις παρατηρήσεις και τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, ενώ το πηγαίο υλικό της σχεδόν διπλασιάσθηκε. Και, κυρίως, μέσα από μια εντατικότατη όσο και επίπονη έρευνα, βρέθηκαν όλες εκείνες οι μαρτυρίες από την εποχή της τουρκοκρατίας, που πιστοποιούν, με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού.

Οι «επαγγελματίες» ιστορικοί όσους υπερασπίζονται τον «μύθο» του κρυφού σχολειού τους ψέγουν για «πολλαπλές και μικρές σε έκταση δημοσιεύσεις», που διακρίνονται για «απλοϊκή γραφή», «συναισθηματικό ή και επιθετικό τόνο» και, κυρίως, για «έλλειψη επαρκούς και σύγχρονης ιστορικής παιδείας»[6]. Τις περισσότερες φορές μάλλον έχουν δίκιο. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να τους διαψεύσουμε.

Ξεκινώντας αυτήν την πολύχρονη όσο και εξαντλητική έρευνα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αυστηρότατη έκκληση-προειδοποίηση του καθηγητή Κρεμμυδά προς κάθε επίδοξο και περισσότερο απ’ όσο πρέπει περίεργο μελετητή, να μην να ασχοληθεί καθόλου με το θέμα του κρυφού σχολειού. Λέει συγκεκριμένα ο Κρεμμυδάς:

«Το ερώτημα[…] που πρέπει πια να μας απασχολήσει συστηματικότερα δεν είναι αν υπήρξε ή όχι Κρυφό Σχολειό. Σε αυτό η απάντηση είναι οριστικά αρνητική[7]

Στο ίδιο πνεύμα με εκείνην του Κρεμμυδά είναι και η ερευνητική υπόδειξη του Α. Πολίτη:

«Είναι μάταιοκαι σφάλμα– να αναζητούμε […] ιστορικά επιχειρήματα […] για να καταπολεμήσουμε έναν μύθο[8]

Σύμφωνα με την επιστημονική κρίση του καθηγητή Πολίτη, είναι σφάλμα να προσπαθεί κάποιος να βρει ιστορικά επιχειρήματα ακόμη και για την ανυπαρξία του κρυφού σχολειού. Και αυτό διότι δεν χρειάζονται καθόλου επιχειρήματα για «να καταπολεμήσουμε έναν μύθο».

Η παρούσα μελέτη έχει απλή διάρθρωση και δομή, ώστε να διευκολύνει τον αναγνώστη τόσο στην παρακολούθηση της ανάπτυξης του θέματος, όσο και του πηγαίου υλικού που παρατίθεται και αναλύεται σ’ αυτήν. Στην αρχή παρουσιάζουμε τις απόψεις των εγχώριων αναθεωρητών ιστορικών για το κρυφό σχολειό και στην συνέχεια τις απόψεις της διεθνούς βιβλιογραφίας. Ακολούθως παρατίθενται μαρτυρίες που προέρχονται από την αρχή μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας, οι οποίες αποδεικνύουν και επιβεβαιώνουν πως οι Τούρκοι δίωκαν και απαγόρευαν απηνώς την παιδεία και την θρησκευτική ελευθερία των υπόδουλων Ελλήνων. Αμέσως μετά ακολουθούν οι μαρτυρίες που αναφέρονται σε σχολεία που είχαν κλείσει οι Τούρκοι, τα οποία οι Έλληνες ραγιάδες είχαν ιδρύσει μετά από πολλά δώρα και μπαχτσίσια. Τέλος, παρατίθενται όλες οι μαρτυρίες που αναφέρονται ευθέως στην ύπαρξη του κρυφού σχολείου, και οι οποίες προέρχονται από την εποχή της τουρκοκρατίας μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η παρούσα μελέτη τελειώνει και ολοκληρώνεται με τα συμπεράσματά της.

Μετά το τέλος της, παραθέτουμε δύο παραρτήματα για την ανάπτυξη της παιδείας των Ελλήνων την περίοδο της τουρκοκρατίας, μέσα και έξω από τα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο πρώτο από αυτά απαντούμε και στο κυριώτερο επιχείρημα των αναθεωρητών ιστορικών ενάντια στο κρυφό σχολειό, για το πώς είναι δυνατόν να υπήρχαν κρυφά σχολειά, την στιγμή που κατά την τουρκοκρατία λειτουργούσαν, και μάλιστα εντελώς απρόσκοπτα, τόσα πολλά φανερά ελληνικά σχολειά. Γι’ αυτό τα δύο παραρτήματα αποτελούν οργανικό και αναπόσπαστο μέρος αυτής εδώ της μελέτης.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΕΥΝΑ

Α) Ελληνική βιβλιογραφία.

Σύμφωνα με τους αναθεωρητές ιστορικούς, η άποψη πως «η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν […] “απολίτιστη” και συνεχώς βίαιη έναντι των Ελλήνων και άλλων χριστιανών» είναι πέρα για πέρα «ανακρίβεια»[9] και «στερεότυπο»[10]. Τα «περί “400 χρόνων τουρκικού ζυγού” είναι ένας μεγάλος Μύθος», αφού «η Οθωμανική αυτοκρατορία […] θεωρούσε τους Ρωμιούς και το Πατριαρχείο συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας»[11]. Γι’ αυτό και «η οθωμανική περίοδος ώς και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών»[12].

Μια από «τις τόσες ανακρίβειες που έχουμε μάθει στο ελληνικό σχολείο» είναι και «ότι η εκπαίδευση [στην τουρκοκρατία] ήταν απαγορευμένη»[13]. Και αυτό διότι «η επιστημονική προσέγγιση, στηριγμένη στις μαρτυρίες των πηγών, έχει κατηγορηματικά αποκλείσει την απαγόρευση εκπαίδευσης των χριστιανών από την οθωμανική εξουσία: καμία διαταγή, καμίασυγχρονική περιγραφή, καμίασυγχρονική έκθεση, κανένααπομνημόνευμα δεν αναφέρεται σε απαγόρευση»[14]. «Δεν υπάρχει καμιά ιστορική πηγή που να μαρτυρεί ότι οι τουρκικές αρχές απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων ή ότι έκλεισαν κάποιο σχολείο»[15]. «Καμιά απαγόρευση σχολείου δεν έχει επισημανθεί, κανένας, ούτε ο ελάχιστος υπαινιγμός δεν έχει εντοπισθεί στα χρόνια της τουρκοκρατίας»[16], «ούτε βρέθηκε κανένα φιρμάνι ή άλλη διαταγή του κυριάρχου που να απαγορεύει τη λειτουργία χριστιανικών σχολείων»[17]. «Οι αντίθετες πληροφορίες είναι πολύ μεταγενέστερες και πρέπει να συσχετισθούν με τον θρύλο του κρυφού σχολειού»[18]. «Μόνο μετά την Επανάσταση του 1821 μερικοί λόγιοι της εποχής, διεκτραγωδώντας τα παθήματα του Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία, υπαινίχθηκαν –χωρίς να αναφερθούν σε κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα– ότι η παιδεία, όπως και η Εκκλησία, ήταν υπό διωγμόν»[19]. Και μάλιστα, «η πρώτη διατύπωση της αντίληψης ότι οι Οθωμανοί κατέτρεχαν τα σχολεία των χριστιανών διατυπώνεται από τον Στέφανο Κανέλλο σε μια επιστολή του προς τον Γερμανό Iken το 1822. […] Παρόμοια άποψη δεν έχει διατυπωθεί πουθενά έως τότε»[20].

Γι’ αυτό και οι αναθεωρητές ιστορικοί θεωρούν πως η ιστορική αλήθεια είναι ότι «οι Τούρκοι ποτέ δεναπαγόρεψαν τα σχολεία»[21] και «ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος, δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη». Γιατί άλλωστε οι Τούρκοι «να ενοχληθούν από την ύπαρξη σχολείων»[22]; «Δεν είχαν» κανέναν «λόγο να εμποδίσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση»[23], «όχι βέβαια γιατί διαπνέονταν από φιλελεύθερες αρχές, αλλά γιατί αδιαφορούσαν εντελώς για τις εσωτερικές υποθέσεις των ραγιάδων»[24]. Αυτή «η αδιαφορία των Οθωμανών για τη μόρφωση και η σχετική ανεκτικότητα έναντι των υποδούλων επέτρεψε την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή τους και τη λειτουργία εκπαίδευσης, στοιχεία που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού»[25].

Έτσι, «δεν υπάρχει ούτε μίαμαρτυρία που να λέει ότι εμποδιζόταν η διδασκαλία των ελληνικών»[26]. Αντίθετα, «τα ελληνικά διδάσκονταν ελεύθερα επί Τουρκοκρατίας ήδη από τον 14ο αιώνα, οπότε οι Τούρκοι άρχισαν να ελέγχουν περιοχές με χριστιανικούς πληθυσμούς»[27]. «Η εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα ήταν ευρέως διαδεδομένη (υπό την σκέπη του Πατριαρχείου) και δεν διωκόταν ουδαμού στην Οθωμανική αυτοκρατορία»[28]. «Όποιος ήθελε μπορούσε να μάθει ελληνικά, σερβικά, βουλγαρικά κ.ο.κ. χωρίς να παρενοχλείται από τους κατακτητές»[29]. «Οι Έλληνες είχαν την ελευθερία και την ευθύνη να αποφασίσουν για την εκπαίδευσή τους χωρίς άμεσες δυναστικές πολιτιστικές επιρροές»[30]. «Η επιστημονική έρευνα διαθέτει πλήθος τεκμηρίων για τη λειτουργία σχολείων, διότι κατά την τουρκοκρατία […] και μεγάλος αριθμός κανονικών σχολείων λειτουργούσε και κανένας δεν εμπόδιζε τη λειτουργία τους»[31]. «Γνωρίζουμε κατά καιρούς δεκάδες σχολεία -στοιχειώδη, μεσαία ή ανώτερα- σε όλο το γεωγραφικό πλάτος και μήκος του ελληνικού χώρου, που λειτουργούσαν ανεμπόδιστα, καθώς και δεκάδες δασκάλων, μαθητών, χορηγών σχολείων και εγγράφων σχετικών με την εκπαίδευση»[32]. «Απόδειξη [είναι το] ότι υπήρχαν εκατοντάδες σχολεία στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία, επιπλέον της περίφημης Πατριαρχικής Ακαδημίας στο Φανάρι»[33]. «ΦΑΝΕΡΑ[34] και ελεύθερα η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Πόλη, η Πατμιάδα στην Πάτμο, στο Πήλιο, στα Γιάννενα, στη Σμύρνη λειτουργούσαν εκκλησιαστικά σχολεία όπου έμαθαν γραφή, ανάγνωση και ιστορία από ιερωμένους»[35]. «Μάλιστα, κατά τον 18ο αιώνα, η ανανέωση της παιδείας ήταν τόσο αισθητή, ώστε οι Έλληνες (για την ακρίβεια οι Ρωμιοί, τα μέλη του Γένους) να υπερτερούν των πάντων στην Οθωμανική αυτοκρατορία από άποψης μόρφωσης»[36].

Η έλλειψη παιδείας και σχολείων, που υπήρχε έως τα τέλη περίπου του 16ου αιώνα, δεν οφείλονταν σε απαγόρευση εκ μέρους των Τούρκων[37], αλλά «εξηγείται από εσωτερικούς λόγους (αγροτικός χαρακτήρας υποδούλων, έλλειψη πόρων και δασκάλων), ενώ οι Οθωμανοί κατακτητές ενδιαφέρονταν μόνο για την υποταγή των υποδούλων και την καταβολή φόρων»[38]. «Το επιχείρημα ότι η σπανιότητα των σχολείων στην πρώιμη οθωμανική περίοδο δεν μπορεί παρά να οφείλεται στην οθωμανική καταπίεση επίσης δεν ευσταθεί. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού ήταν αγρότες που δεν χρειαζόταν να ξέρουν γράμματα. […] Η μόρφωση δεν είχε κοινωνική αξία. […] Η κοινωνία δεν χρειαζόταν τα γράμματα»[39]. Και κάτι ακόμη περισσότερο: Η παρακμή της παιδείας και η έλλειψη σχολείων επί τουρκοκρατίας «δεν οφειλόταν στην οθωμανική διοίκηση, αλλά στην αδιαφορία και την προκατάληψη της εκκλησίας, η οποία», έχοντας το μονοπώλιο της παιδείας[40], «ήθελε να περιορίσει τα γράμματα και την παιδεία στις θεολογικές σπουδές για τα στελέχη της και στα κολλυβογράμματα για τους υπόλοιπους»[41].

Βέβαια, ορισμένοι αναθεωρητές ιστορικοί, όπως ο Χ. Πατρινέλης, αναγνωρίζουν ως «γενική αιτία της υλικής και πνευματικής παρακμής του Γένους» τον ανυπόφορο τουρκικό ζυγό, διότι αυτό μαρτυρούν οι πηγές που ερευνούν. Όμως ακόμη και αυτός ως «ειδικότερους λόγους» για την «κάθετη πτώση της πολιτιστικής στάθμης του ελληνισμού» θεωρεί: «[την] φυγή των λογίων στη Δύση, [την] δημογραφική αναστάτωση και [την] έσχατη ένδεια του πληθυσμού και προπαντός [τον] μαρασμό της αστικής τάξης»[42].

Συμπεράσματα:

«Όσα γράφτηκαν για την λειτουργία των «κρυφών σχολείων» (εξαιτίας δήθεν των απαγορεύσεων που επέβαλαν στους Έλληνες οι Οθωμανοί) δεν είναι μόνον εντελώς αμάρτυραέρχονται και σε πλήρη αντίθεση με όλες τις τεκμηριωμένες πληροφορίες μας για την ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας»[43]. «Ο κατασκευασμένος μύθος του κρυφού σχολειού υπονοεί τη ρητή απαγόρευση προς τους Έλληνες υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να φοιτούν σε σχολεία, να ιδρύουν τέτοια και να τα στελεχώνουν, παραποιώντας, έτσι, όψεις της καθημερινής ζωής των ανθρώπων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας»[44]. Γι’ αυτό και «ο μύθος περί κρυφού σχολειού καταρρίπτεται, καθώς δεν υπάρχει καμία μαρτυρία από την εποχή της τουρκοκρατίας που να αφήνει περιθώρια για παρόμοιες υποθέσεις»[45], «ούτε καν ένδειξη, για λειτουργία κρυφού σχολειού»[46]. «Μέσα από την μακρά και αδιατάρακτη αλληλουχία ποικίλης προέλευσης μαρτυριών, που αρχίζουν να καταγράφονται συστηματικά με του Crusius το βασικό έργο Turcograecia (1584), […] σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία δεν σώζεται καμίαπληροφορία, έστω και έμμεση, που να μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού, έστω και για τα πιο δύσκολα –ως προς τις σχέσεις με τον κατακτητή– για τον Ελληνισμό χρόνια, δηλαδή την περίοδο αμέσως μετά την Άλωση»[47].

Έτσι λοιπόν, «σχολειό κρυφό δεν υπήρχε στη σκλαβιά»[48]. «Ουδέποτε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξε, ή συνέτρεχε λόγος για να υπάρξει»[49]. Αφού άλλωστε «ο Οθωμανός κατακτητής δεν είχε απαγορεύσει τη λειτουργία σχολείων, τι χρειάζονταν τα «κρυφά»[50]; «Και μόνο το γεγονός ότι λειτουργούσαν –φανερά βέβαια– εκατοντάδες ελληνικά σχολεία σε πόλεις και χωριά δηλώνει ότι δεν υπήρχε λόγος υπάρξεως κρυφών σχολείων»[51]. Γι’ αυτό και «σχολείο που διωκόταν από τον Τούρκο κατακτητή, δηλαδή το κρυφό σχολειό»[52] «η ιστοριογραφία έχει αποδείξει οριστικά πλέον ότι δεν υπήρξε»[53] «ποτέ»[54]. Έτσι, στο «ερώτημα […] αν υπήρξε ή όχι Κρυφό Σχολειό […] η απάντηση είναι οριστικά αρνητική»[55].

«Και είναι όσο πειστικές οι αποδείξεις [ότι δεν υπήρξε κρυφό σχολειό], ώστε δε μιλούν πια γι’ αυτό ούτε τα σχολικά βιβλία(!)»[56]. Γι’ αυτό πρέπει πια, λένε οι αναθεωρητές ιστορικοί, ακόμη και η εκκλησία «να σεβαστεί την επιστημονική γνώση και την πρόοδο», μιας και «δεν την ωφελεί σε τίποτενα επιμένει […] στα Κρυφά Σχολειά»[57].

Το κρυφό σχολειό δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο παρά «ένας εντελώς ανυπόστατοςεθνικός μύθος»[58], ένας «κατασκευασμένοςμύθος»[59], «ένας χονδροειδής ιστορικός μύθος»[60], ένα «ανύπαρκτο ιστορικό γεγονός»[61], «ένα κατασκευασμένο ιστορικό γεγονός»[62], «μια (εικαστική) φαντασίωση»[63], ένα «πρόδηλο ψέμα»[64], «ένα ιστορικό ψέμα»[65] και τελικά μια καθαρή«ανοησία»[66].

Και κάτι παραπάνω: Το κρυφό σχολειό αποτελεί «μοναδική περίπτωση, διότι ενώ στις άλλες περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μυθοποίηση γεγονότων και προσώπων που όμως υπήρξαν, στην περίπτωση του Κρυφού Σχολειού έχει κατασκευαστεί και το γεγονός• στην περίπτωση αυτή γεγονός είναι το ψεύδος. Έχουμε, μ’ άλλα λόγια, να κάνουμε με την παραγωγή«γεγονότος», με μυθοπλασία καθαρή»[67].

Ποιος είναι όμως υπεύθυνος για την δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου του κρυφού σχολειού; Για όλους ανεξαίρετα τους αναθεωρητές ιστορικούς, την σχετική ευθύνη την φέρει σχεδόν ακέραιη η εκκλησία. Το κρυφό σχολειό είναι ένας από τους «εκ των υστέρων μύθους»[68] που αποτελούν «κατασκευές της εκκλησίας»[69], οι οποίοι «δημιουργήθηκαν από την Εκκλησία για να ενισχύσει το γόητρό της»[70] και «το ελληνορθόδοξο ιδεολόγημα»[71]. Η εκκλησία είναι αυτή που συντηρεί τους «εθνικούς μύθους» μέχρι και σήμερα, γι’ αυτό και «η αλήθεια σχετικά με το παρελθόν είναι ο χειρότερος εχθρός της»[72].

«Η διαδικασία παραγωγής του μύθου του κρυφού σχολειού» άρχισε «με την κατασκευή μιας λόγιας παράδοσης που βασίζεται στο μύθευμα της απαγόρευσης και καταδίωξης της εκπαίδευσης των Ελλήνων από τους Τούρκους και προβάλλει το κρυφό σχολειό ως διαδικασία διατήρησης της εθνικής συνείδησης και του πόθου της ελευθερίας, υπό τη σκέπη της ορθοδοξίας»[73]. Αυτός είναι και ο σκληρός «πυρήνας του μύθου». Από την μια οι «βάρβαροι» και «απολίτιστοι» «Τούρκοι», που εμποδίζουν τους Έλληνες να μάθουν γράμματα και από την άλλοι οι Έλληνες, «που έχουν μέσα τους τη φλόγα της φιλομάθειας και κάνουν τα πάντα για να μορφωθούν. Έτσι, σε όλες τις επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ζουν Έλληνες, δημιουργούνται τα «κρυφά σχολειά» σε εκκλησίες και μοναστήρια»[74].

Και ενώ όλοι οι αποδομητές ιστορικοί συμφωνούν πως η εκκλησία είναι εκείνη που δημιούργησε και διέδωσε τον μύθο του κρυφού σχολειού, υπάρχει κάποιος που διαφοροποιείται πλήρως. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Α. Αγγέλου, ο οποίος στην γνωστή μελέτη του για το κρυφό σχολειό δεν θεωρεί καθόλου την εκκλησία υπεύθυνη για την «κατασκευή» του κρυφού σχολειού, αλλά τον νεοελληνικό διαφωτισμό, τον ρομαντισμό και την ακυριολεξία του ρητορισμού[75].

Είναι πολύ σημαντικό και ιδιαίτερα εντυπωσιακό να διαπιστώνουμε πως ο κύριος μελετητής του κρυφού σχολειού, από την πλευρά της αναθεωρητικής ιστοριογραφίας, δεν εντάσσει καθόλου την εκκλησία στους παράγοντες που δημιούργησαν ή έστω διέδωσαν τον «μύθο» του κρυφού σχολειού. Γι’ αυτό και όταν ο Β. Κρεμμυδάς παρουσίασε το βιβλίο του Αγγέλου στο αναγνωστικό κοινό των Νέων[76], απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τα αίτια που σύμφωνα με τον Αγγέλου είχαν δημιουργήσει αυτόν τον «μύθο». Διότι, αν ανέφερε στους αναγνώστες του ότι για τον Αγγέλου η εκκλησία δεν έχει καμμιά σχέση με το κρυφό σχολειό, θα ήταν μετά πολύ δύσκολο για τον ίδιο να υποστηρίζει, σε όλους τους τόνους, ότι το κρυφό σχολειό το κατασκεύασαν «η εκκλησία» και οι «εθνικιστικοί κύκλοι»[77].

Για τον χρόνο δημιουργίας και εμφάνισής του, οι περισσότεροι αναθεωρητές ιστορικοί συμφωνούν πως το κρυφό σχολειό είναι ένας «εκ των υστέρων»[78] μύθος, που «γεννήθηκε και σχηματοποιήθηκε πολύ μετά την Επανάσταση»[79], «στα μέσα πια του 19ου αιώνα»[80]. Όπως αναφέρει ο Β. Κρεμμυδάς, οι «ιστορικοί μύθοι […] κατασκευάστηκαν [από την εκκλησία] κατά το πολλαπλώς εθνικά κρίσιμο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα»[81]. «Επομένως, η παράδοση περί του Κρυφού Σχολειού είναι πρόσφατη»[82]. Πιο συγκεκριμένα, «το μύθευμα περί κρυφού σχολειού εμφανίστηκε πολύ μετά το 1821, στη δεκαετία του 1870, ύστερα από δημοσίευση του “φεγγαράκι μου λαμπρό”, ενός παιδικού νανουρίσματος, σε ξένη έκδοση με δημοτικά τραγούδια»[83]. Ο Ι.Κ. Χασιώτης μάλιστα, αφού πρώτα συμπεράνει και αυτός πως «ο μύθος είναι λοιπόν αρκετά μεταγενέστερος», θεωρεί πως «καθιερώθηκε μάλλον μετά την έκδοση, στα 1899, του γνωστού ποιήματος του Ιωάννου Πολέμη Το Κρυφό Σχολειό»[84].

Αυτά υποστηρίζουν οι αναθεωρητές ιστορικοί, χωρίς μάλιστα να διστάζουν, οι περισσότεροι απ’ αυτούς, να παραπέμπουν στην μελέτη του Αγγέλου για να τεκμηριώσουν επιστημονικά τους ισχυρισμούς τους. Όμως, απ’ όλα τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι από το βιβλίο του Αγγέλου έχουν διαβάσει μόνον τα εξώφυλλα. Διότι αν το είχαν πραγματικά μελετήσει, δεν θα έλεγαν ποτέ ότι το κρυφό σχολειό είναι ένας «όψιμος μύθος», «αρκετά μεταγενέστερος», που κατασκευάστηκε «πολύ μετά την Επανάσταση», και συγκεκριμένα μετά το 1850 ή το… 1870! Θα γνώριζαν πως το κρυφό σχολειό είναι –αν μη τι άλλο– ένας πολύ πρώιμος «μύθος», αφού «η παλαιότερη [μαρτυρία] που μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού κατά την τουρκοκρατία» είναι αυτή του Έλληνα διαφωτιστή Στέφανου Κανέλλου, η οποία προέρχεται ήδη από το 1822 [85]. Η παραπάνω άγνοια από μέρους των αναθεωρητών ιστορικών όχι μόνον των πηγών, αλλά και της πλέον στοιχειώδους για το κρυφό σχολειό βιβλιογραφίας είναι βέβαιο πως εγείρει σοβαρά ζητήματα επιστημονικής δεοντολογίας για τον τρόπο με τον οποίον δουλεύουν επιστημονικά και προχωρούν στην εξαγωγή των πορισμάτων τους, τα οποία θα συζητήσουμε και πάλι στο τέλος της μελέτης μας.

Η θέση που με τόση επιμονή υποστηρίζεται από τους αναθεωρητές ιστορικούς, ότι «κρυφό σχολειό» δεν υπήρξε ποτέ, είναι πολύ πρόσφατη στην ειδική ιστοριογραφική έρευνα. Η πραγματικότητα είναι πως «μέχρι το 1974, οι ρητές αρνήσεις της ύπαρξης του κρυφού σχολειού είναι ελάχιστες»[86]. «Μόνο στις τρεις τελευταίες δεκαετίες η επιστήμη της ιστορίας καταδίκασε ρητά το μύθο»[87]. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η άποψη των αναθεωρητών ιστορικών για το κρυφό σχολείο έχει γίνει αποδεκτή και από το σύνολο των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ακόμη και μέχρι σήμερα υπάρχει «ισχυρότατη αποδοχή του μύθου στην ελληνική ιστορική κουλτούρα», πράγμα που εξηγεί και την «δυσχέρεια ακόμη και μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας να δεχθούν την απόρριψή του»[88].

Μάλιστα, μετά την δημοσίευση, το 2008, της α΄ έκδοσης αυτής εδώ της μελέτης, οι πιο υποψιασμένοι από τους αναθεωρητές ιστορικούς άρχισαν να δέχονται ότι υπήρξε κρυφό σχολειό, έστω και ως εξαίρεση. Συγκεκριμένα, ο Θ. Βερέμης σε δύο τηλεοπτικές του εμφανίσεις[89] δέχτηκε πως το κρυφό σχολειό υπήρξε, αλλά μόνον ως έκτακτη κατάσταση, όταν γίνονταν εξισλαμισμοί. Επίσης ο Α. Αναστασόπουλος αναρωτιέται τι θα αποδείκνυε η λειτουργία των κρυφών σχολειών, ακόμη και αν αποδεικνύονταν ιστορικά ότι υπήρξαν λόγω τοπικών αντιξοοτήτων[90].

Β) Διεθνής βιβλιογραφία.

Αν η ντόπια αναθεωρητική ιστοριογραφία έχει απορρίψει πλήρως την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού, δεν ισχύει το ίδιο και για την σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία. Εκεί η ιστορικότητα του κρυφού σχολειού γίνεται απόλυτα αποδεκτή από αρκετές επιστημονικές μελέτες. Για παράδειγμα, οι Aliki Dragona και Carolyn Handa γράφουν τα εξής:

«Ακόμη και σε περιόδους μεγάλης πολιτικής καταπίεσης, όπως η Οθωμανική κυριαρχία ή η ναζιστική κατοχή της Ελλάδας κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, η συμμετοχή τους σε κάποια μορφή επίσημων ή ανεπίσημων πρακτικών βασικής εκπαίδευσης προσέφερε στους Έλληνες μια αίσθηση προσανατολισμού και υπεροχής, μια μορφή ηθικής συντήρησης. Παράδειγμα τα «κρυφά σχολεία», που λειτουργούσαν κρυφά και «παράνομα» κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα για σχεδόν 400 χρόνια, τα οποία δίδασκαν στα παιδιά τα βασικά στοιχεία της στοιχειώδους εκπαίδευσης, αλλά επίσης ενστάλαζαν σ’ αυτά και ένα ισχυρό ελληνικό ήθος. Με τον ίδιο τρόπο και κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν τα επίσημα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία αναγκάστηκαν να κλείσουν τις πόρτες τους στους μαθητές τους, πολλοί διδάσκονταν «κατ’ οίκον» από συγγενείς ή φίλους[91]

Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγουν επίσης και οι Ch.M. Costantakos και J.N. Spiridakis, σύμφωνα με τους οποίους

«οι Έλληνες πάντοτε θεωρούσαν πως η ελληνική τους γλώσσα ήταν η συνεκτική δύναμη της εθνικής τους ταυτότητας. Αγωνίστηκαν για την διάσωσή της κατά την διάρκεια πολλών περιόδων ξένης κυριαρχίας, κάτι που επιβεβαιώθηκε από την αντοχή και την διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στα τετρακόσια χρόνια κατοχής από την Οθωμανική αυτοκρατορία, κατά την διάρκεια της οποίας η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ήταν απαγορευμένη. Τα κρυφά σχολειά λειτουργούσαν κρυφά, κάτω από την κάλυψη που προσέφερε το σκοτάδι, με στόχο την διατήρηση της γλώσσας[92]

Το ίδιο υποστηρίζουν για τον ρόλο του κρυφού σχολειού σε ανάλογες επιστημονικές μελέτες τους οι J. Georgas[93] και N.V. Gianaris[94].

Όμως, ο ποιο απρόσμενος υποστηρικτής της ύπαρξης του κρυφού σχολειού, και μάλιστα στα εγκυρότερα διεθνή επιστημονικά φόρα, είναι ο κορυφαίος σε θέματα εκπαίδευσης καθηγητής Γ. Ψαχαρόπουλος, ο οποίος αποτελεί και έναν από τους λαμπρότερους εκφραστές του ευρωπαϊσμού και του πολιτικού φιλελευθερισμού στην χώρα μας. Ο υπεράνω πάσης σκοταδιστικής υποψίας Ψαχαρόπουλος έγραψε σε ειδικό επιστημονικό άρθρο του τα εξής ενδιαφέροντα για το κρυφό σχολειό:

«Η εκπαίδευση έχει μια μακρά παράδοση στην Ελλάδα. Ο Σωκράτης δίδασκε όταν οι λαοί της δυτικής Ευρώπης ήταν ακόμη αναλφάβητοι. […] Τα όσα συνέβησαν στα 400 χρόνια της τουρκικής κατοχής θα πρέπει να μεγάλωσαν την όρεξη των Ελλήνων για παιδεία. Πάντως, σε κάθε περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι το κρυφό σχολειό βοήθησε στην διάσωση της ελληνικής γλώσσας και της εθνικής ταυτότητας[95]

Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

Όπως είδαμε παραπάνω, για τους αναθεωρητές ιστορικούς είναι «μύθευμα» η αντίληψη περί «απαγόρευσης και καταδίωξης της εκπαίδευσης των Ελλήνων από τους Τούρκους»[96], καθώς «καμία διαταγή, καμίασυγχρονική περιγραφή, καμίασυγχρονική έκθεση, κανένααπομνημόνευμα δεν αναφέρεται σε απαγόρευση»[97].

Σ’ αυτήν την ενότητα της μελέτης μας θα δούμε αν και κατά πόσο οι κατηγορηματικές αυτές αποφάνσεις των αναθεωρητών ιστορικών μπορούν να αντέξουν στην βάσανο των πηγών. Έτσι, θα παραθέσουμε μια σειρά από μαρτυρίες από τα πρώτα μέχρι τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου θα καταδειχτεί η άμεση, εξοντωτική και, κυρίως, καθολική απαγόρευση της παιδείας των Ελλήνων από τους Τούρκους.

Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος οικουμενικός πατριάρχης μετά την άλωση, 1460 περίπου.

Σε μια επιστολή του προς τον Μαρτίνο Κρούσιο, ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς παραθέτει απόσπασμα από μια επιστολή του Γεννάδιου Σχολάριου σχετικά με την κατάσταση της παιδείας των Ελλήνων μετά την τουρκική κατάκτηση:

«Μνήσθητε, αδελφοί και πατέρες, πόσον τε και ποταπόν υπήρχε το γένος ημών. Ην γαρ σοφόν, ένδοξον, γενναίον, φρόνιμον, ανδρείον, πάσαν την οικουμένην υποτάξαν εις μοναρχία. Και μην, και τη κατ’ αρετήν σπουδή τε και αγιωσύνη. […] Αλλά νυν, φευ των κακών!, απώλετο παν. […] Πούτα παιδευτήρια της σοφίας; […] Κατεπόθησαν υπό του Μωάμεθ[98]

Ήταν κάποτε σοφό και ένδοξο το γένος μας, λέει ο πατριάρχης. Τώρα όμως χάθηκε το παν. Γιατί ακόμη και τα «παιδευτήρια της σοφίας» γκρεμίστηκαν από τον Μωάμεθ. Οι Τούρκοι ήταν εκείνοι που γκρέμισαν τα σχολεία και τις σχολές που κάποτε στόλιζαν το ελληνικό γένος μας, λέει ο πατριάρχης Γεννάδιος. Και τίποτε πια δεν ήταν σε θέση να τα ξαναστήσει.

Η περιγραφή του Σχολάριου για την φριχτή και θηριώδη συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στους κατακτημένους Έλληνες επιβεβαιώνεται και από ανάλογες περιγραφές Λατίνων λόγιων της εποχής της αλώσεως και μετέπειτα. Ειδικά για την βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Τούρκοι απέναντι στην παιδεία και τον πολιτισμό του Βυζαντίου. Διότι οι Τούρκοι εκτός από εκκλησίες και σχολεία, κατάστρεφαν και βιβλία. Σύμφωνα με τους Λατίνους λόγιους εκείνης της εποχής, η τουρκική κατάκτηση κατέστρεψε την μεγάλη έδρα της σοφίας και σήμανε το τέλος των ελληνικών γραμμάτων. Ένας μάλιστα απ’ αυτούς, ανεβάζει τον αριθμό των βιβλίων που καταστράφηκαν στους 120.000 τόμους. Η άλωση της Πόλης ήταν για τους Λατίνους λόγιους ο δεύτερος θάνατος του Ομήρου, η δεύτερη φυγή του Πλάτωνα, η οποία επέφερε ταυτόχρονα την καταστροφή της πίστης και του πολιτισμού. Οι Τούρκοι ήταν εχθροί των ελληνικών και των λατινικών γραμμάτων, τα οποία περιφρονούσαν, και επέβαλαν την αμάθειά τους διαμέσου της καταστροφής[99].

Θεοδόσιος Ζυγομαλάς (1570-1580), αρχιγραμματέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο Γερμανός καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης Μαρτίνος Κρούσιος εξέδωσε το 1584 ένα σπουδαιότατο από κάθε άποψη βιβλίο, την Turcograecia. Εκεί δημοσίευσε τις επιστολές που του είχε στείλει ο φίλος του Θεοδόσιος Ζυγομαλάς, ο οποίος ήταν «πρωτονοτάριος», δηλαδή αρχιγραμματέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ο στενότερος συνεργάτης του περίφημου πατριάρχη Ιερεμία Β΄. Σ’ αυτές τις επιστολές ο Ζυγομαλάς περιγράφει στον σπουδαίο φίλο του σε ποια κατάσταση βρίσκονταν η παιδεία στις ελληνικές περιφέρειες[100] και πόλεις[101] παλαιότερα και στην εποχή του.

Σύμφωνα με τον Ζυγομαλά, ενώ κάποτε όλες αυτές οι περιοχές και οι πόλεις ήσαν «λόγων πηγαί», στην εποχή του όλα ήταν «ηφανισμένα και λείψανον μολονότι φέροντα των πάλαι καλών και της τότε ευδαιμονίας». Και αυτό διότι τώρα πια

«όλα αυτά είναι υποδουλωμένα στην δουλεία των Αγαρηνών και δεν έχουν πλέον τις ελευθέριες επιστήμες, εκτός και αν κάπου τύχει να υπάρξουν. Και ο λόγος; Ότι η καταπίεση και οι απαιτήσεις των τυράννων είναι φοβερές

[Πάντα δε ταύτα (φευ) δεδουλωμένα δουλεία Αγαρηνών, και ουκ έχοντα τας ελευθέρους επιστήμας, ει μη τι που εφευρίσκεται. Το δ’ αίτιον, ότι αι κακώσεις και αι συζητήσεις των τυραννούντων δειναί[102].]

Ο λόγος που δεν υπάρχουν πλέον στον τόπο μας οι επιστήμες που ταιριάζουν στους ελεύθερους ανθρώπους είναι η ανυπόφερτη τουρκική σκλαβιά, λέει ο αρχιγραμματέας του «τουρκόφιλου» πατριαρχείου Θεοδόσιος Ζυγομαλάς. Γιατί είναι αφόρητες η καταπίεση κι οι απαιτήσεις των τυράννων μας. Όπως εξηγεί και αλλού ο Ζυγομαλάς,

«σοφίαν γαρ ή μαθήματα, δούλοι όντες νυν, ουκ έχομεν[103]

Διότι,

«σαν χάσαμε εμείς οι δυστυχείς Έλληνες το βασίλειό μας, και την σοφία στερηθήκαμε και γίναμε τελείως βάρβαροι τόσον καιρό μέσα στους βαρβάρους,που δεν μας αφήνουν να σηκώσουμε κεφάλι απ’ τις δυστυχίες μας.»

[Απολέσαντες ημείς [οι δυστυχείς Έλληνες] βασιλείαν, και σοφίας εστερήθημεν, βαρβαρωθέντες εν βαρβάροις χρονίως, και ανανεύειν ταις δυστυχίαις κωλυόμενοι[104].]

Όπως διαπιστώνουμε, για τον Ζυγομαλά η σχεδόν παντελής έλλειψη σχολείων που υπήρχε στον καιρό του δεν «εξηγείται» ούτε «από εσωτερικούς λόγους»[105], ούτε επειδή «η κοινωνία δεν χρειαζόταν τα γράμματα»[106], όπως θέλουν να μας πείσουν τώρα οι αναθεωρητές ιστορικοί. Οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στον αφόρητο ζυγό που είχαν επιβάλλει οι Τούρκοι τύραννοι στο υπόδουλο ελληνικό γένος. Ένας ζυγός που δεν επέτρεπε καθόλου στους Έλληνες να έχουν «σοφία και επιστήμες».

Η πιο αποκαλυπτική και συνάμα η πιο συγκινητική αναφορά του Ζυγομαλά προς τον Κρούσιο σχετικά την έλλειψη της παιδείας στους σκλάβους Έλληνες είναι τούτη εδώ:

«Δέχτηκα φιλικά το βιβλιαράκι σου και το έδειξα αμέσως στους δικούς μας μαθητές και σπουδαστές. Και όλοι αυτοί θαυμάζουν συνεχώς την σοφία σας. Και όσο εσάς καλοτυχίζουν, άλλο τόσο τον εαυτό τους ταλανίζουν, που επειδή είναι σε κατάσταση ανάγκης και δουλείας εμποδίζονται να σπουδάσουν, όπως πρέπει, τα μαθήματα που ταιριάζουνε σε ελεύθερους ανθρώπους.»

[Εδεξάμην ευνοϊκώς το βιβλιάριον· και τοις παρ’ ημίν παιδευομένοις και σπουδάζουσι νέοις εκοινώνησα· και θαυμάζουσιν οσημέραι την σοφίαν υμών. Όσον δ’ υμάς μακαρίζουσι, τόσον εαυτούς ταλανίζουσιν, ότι εν χρεία και δουλεία όντες,τα ελευθέροις ανήκοντα μαθήματα σπουδάζειν, ως δει, κωλύονται[107].]

Ο Κρούσιος είχε στείλει στον Ζυγομαλά ένα βιβλιαράκι, προφανώς από εκείνα με τα οποία δίδασκε αρχαία ελληνικά στους φοιτητές του. Ο Ζυγομαλάς τον πληροφορεί πως έδειξε το βιβλίο και στους μαθητές του, οι οποίοι θαύμασαν την σοφία των Γερμανών και το ότι μπορούσαν να μαθαίνουν τέτοια «μαθήματα» στο πανεπιστήμιο. Αλλά ενώ καλοτύχισαν τους Γερμανούς, ταυτόχρονα στεναχωρέθηκαν με την δική τους οικτρή κατάσταση, διότι αυτοί «κωλύονταν», δηλαδή εμποδίζονταν από το να διδάσκονται όπως πρέπει τα μαθήματα που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους. Ο Ζυγομαλάς για μια ακόμη φορά αναφέρει ευθέως στον Κρούσιο, με ένα θάρρος που πραγματικά ξαφνιάζει, πως οι σπουδαστές του εμποδίζονταν απ’ το να διδάσκονται τα «ελευθέρια» μαθήματα όχι γιατί είχαν πέσει θύματα του «περιβάλλοντος», της «εποχής», αλλά εξαιτίας της δουλείας των Τούρκων.

Εδώ όμως ανακύπτει αυθόρμητα ένα ερώτημα: Μήπως γι’ αυτήν την κατάσταση ήταν κατά ένα μέρος υπεύθυνοι και οι ίδιοι οι Έλληνες, γιατί αδιαφορούσαν για την παιδεία τους και ενσυνείδητα την παραμελούσαν; Η απάντηση που δίνει ο Ζυγομαλάς στο ερώτημα αυτό είναι απολύτως αρνητική. Όπως λέει ο ίδιος

«δεκτικώτατοί εισιν οι τοις τοιούτοις τόποις ενοικούντες, ότε διδασκάλου τύχωσι, των μαθημάτων λαμβάνειν, δια την ενούσαν ως οίμαι τω ελληνικώ γένει ευγένειαν, και την κράσιν και θέσιν των τόπων αυτών. Α πλεονεκτήματά εισι θεόθεν εμπεφυκότα, και σχεδόν ανεξάλειπτα. Τα νέφη δε των επισυμβαινόντων καθ’ ημέραν συμφορών, τον ήλιον των καλών τούτων λάμπειν ουκ εά και την σοφίαν θάλλειν. Δώη δε Θεός ποτε άνεσιν και ελευθερίαν, τήν τε εις το αρχαίον αποκατάστασιν[108]

Είναι πολύ «δεκτικοί» στην παιδεία όσοι κατοικούν τούτα εδώ τα μέρη, λέει ο Ζυγομαλάς. Και αυτό γιατί το ελληνικό γένος έχει ως πλεονεκτήματα έμφυτααπό τον Θεό την ευγένεια και την φιλομάθεια. Αρκεί βέβαια να βρουν κάποιον δάσκαλο. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να έχει δασκάλους και σοφία το ελληνικό γένος, διότι «τα βαριά σύννεφα των συμφορών που κάθε μέρα επισυμβαίνουν δεν αφήνουν την σοφία ν’ ανθήσει». Γι’ αυτό και προσεύχεται ο Ζυγομαλάς στον Θεό να δώσει στο «ελληνικό γένος» άνεση και την ελευθερία του. Γιατί μόνον αν απελευθερώνονταν οι Έλληνες από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, θα μπορούσαν να ξαναφτιάξουν και την παιδεία τους.

Είναι πράγματι ιδιαίτερα εντυπωσιακό να βλέπει κανείς τον Ζυγομαλά, δηλαδή τον στενότερο συνεργάτη του ίδιου του πατριάρχη, να προσεύχεται με αγωνία για την ελευθερία του «ελληνικού γένους». Και ήταν τόσο μεγάλη η δίψα του Ζυγομαλά για την λευτεριά, ώστε να γράψει στους φοιτητές του Κρούσιου πως είχαν την μεγάλη τύχη να είναι «τιμημένοι» με την ελευθερία, η οποία είναι πραγματικά ανεκτίμητη:

«Και τη ελευθερία [εστέ] τετιμημένοι, πράγματος αδιατιμήτου[109]

Και έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση στον Κρούσιο αυτή η φράση του Ζυγομαλά για την ελευθερία, ώστε να του γράψει γεμάτος έκπληξη:

«Ηλίκον γαρ […] εμέ παθείν ηγή τη ψυχή, ακούοντα το “ως αδιατίμητον η ελευθερία”[110]»

Δεν μπορείς να φανταστείς, λέει στον Ζυγομαλά ο Γερμανός φίλος του, τι έπαθα στην ψυχή μου σαν διάβασα αυτό που έγραψες, ότι είναι «ανεκτίμητο πράγμα η ελευθερία!». Εξεπλάγη ο Γερμανός καθηγητής από την ύψιστη σημασία που είχε στα μάτια του Έλληνα Ζυγομαλά η αξία της ελευθερίας, αλλά και από την απερίγραπτη λαχτάρα του Ζυγομαλά για την απελευθέρωση του ελληνικού γένους από την τουρκική σκλαβιά…

Για να αποδείξει ο Ζυγομαλάς στον Κρούσιο ότι όντως το «ελληνικό γένος» έχει δοσμένο από τον ίδιο τον Θεό το χάρισμα της παιδείας και πως ο μόνος υπεύθυνος για το σκοτάδι της αμάθειας του ήταν ο βαρύς τουρκικός ζυγός, του αναφέρει το εξής:

«Άκουε, εις μαρτυρίαν […] των […] προτερημάτων του ελληνικού γένους, και τον νυν γενόμενον. Ο νυν […] πάπας φροντιστήριον μέγα συνεστήσατο. Και μετεκαλέσατο Ελλήνων παίδας. […] Και νυν Ελλήνων παίδες πολλοί εκεί σπουδάζουσι συν Θεώ[111]

Μια ολοφάνερη απόδειξη για τα προτερήματα του ελληνικού γένους ήταν για τον Ζυγομαλά το παράδειγμα του Ελληνικού Κολλεγίου στην Ρώμη. Και αυτό διότι ενώ είχαν περάσει μόνον πέντε χρόνια από τότε που είχε ιδρυθεί[112], υπήρχαν ήδη πάρα πολλοί «Ελλήνων παίδες» που σπούδαζαν εκεί.

Κλείνοντας αυτήν την ενότητα, πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική παρατήρηση. Οι αναθεωρητές ιστορικοί μας διαβεβαιώνουν πως

«η έννοια της εθνικής απελευθέρωσης ήταν απλώς έξω από κάθε δυνατότητα σκέψης στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Ήταν, δηλαδή, απλά αδιανόητη»[113]. Γι’ αυτό και «το πατριαρχείο […] συνεβούλευε απειλητικά»[114] «τους πιστούς να υποτάσσονται στην οθωμανική εξουσία»[115], «διότι πάσα απείθεια ήταν αμαρτία και εναντίωση στο “θέλημα του θεού”[116]

Και όμως, εμείς είδαμε εδώ τον δεύτερης γενιάς[117] πρωτονοτάριο του οικουμενικού πατριαρχείου Θεοδόσιο Ζυγομαλά να προσεύχεται στον Θεό, με όλη την δύναμη της ψυχής του, για την ελευθερία του Ελληνικού γένους. Και μάλιστα διακόσια ολόκληρα χρόνια πριν τον διαφωτισμό και την γένεση του εθνικισμού. Μάλλον ο πατριάρχης είχε ξεχάσει να πει στον στενότερο συνεργάτη του να μην υποπίπτει σε μια τόσο μεγάλη αμαρτία…

Χριστόφορος Άγγέλος, 1607.

Η επόμενη μαρτυρία έρχεται απ’ την αυγή του 17ου αιώνα. Πρόκειται για την περίπτωση του λόγιου και «πολλά υπό των Τούρκων παθόντος»[118] Χριστόφορου Αγγέλου. Ο Άγγελος πήγε το 1607 στην Αθήνα[119] να σπουδάσει. Όμως, μόλις έφτασε εκεί, συνελήφθη από τους Τούρκους με την απίθανη κατηγορία ότι ήταν κατάσκοπος των Ισπανών. Και αφού οι Τούρκοι τον συνέλαβαν, του κατέσχεσαν όλα τα βιβλία και τα χρήματά του, ενώ μόλις και μετά βίας μπόρεσε να γλιτώσει την ζωή του[120]. Στην συνέχεια ο Άγγελος βρέθηκε στην Αγγλία ως πρόσφυγας, αφού δραπέτευσε από τις τουρκικές γαλέρες. Εκεί εξέδωκε ένα φυλλάδιο, στον εκδοτικό οίκο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου περιέγραφε τα όσα πέρασε και υπέφερε από τους Τούρκους, μόνον και μόνο επειδή ήθελε να μορφωθεί και να μάθει γράμματα. Σ’ αυτό περιέγραφε στους Άγγλους διανοούμενους τα φοβερά δείνα τα οποία υφίστατο συνεχώς από τους αξιωματούχους του σουλτάνου η εκκλησία και η παιδεία των Ελλήνων[121]. Πρόκειται για το έργο Πόνησις Χριστοφόρου του Αγγέλου Έλληνος του Πολλών Πληγών και Μαστίγων Γευσαμένου αδίκως παρά των Τούρκων δια την εις Χριστόν Πίστιν, που εκδόθηκε στην Οξφόρδη το 1617, ταυτόχρονα στα ελληνικά και στα αγγλικά[122]. Στο έργο αυτό ο Χριστόφορος Άγγελος περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο το πόσο «φιλελεύθεροι» και «ανεκτικοί» ήταν οι Τούρκοι στο θέμα της παιδείας, της μάθησης και των σχολείων:

«Υποφέρει σήμερα η Εκκλησία των Ελλήνων, ερημωμένη από κάθε προκοπή και επιστήμη. Και αιτία αυτής της κακοτυχίας είναι τούτο εδώ: Ο Μεγάλος Τούρκος (δηλαδή ο βασιλιάς των Τούρκων και των χριστιανών) επιθυμεί και θέλει να υπάρχει ειρήνη ανάμεσα σ’ όλους τους υπηκόους του. Όμως, μερικοί από τους άρχοντές του είναι κακοί και υπερήφανοι. Από αυτούς η Εκκλησία των Ελλήνων παθαίνει και υποφέρει πολλά κακά. Γι’ αυτόν τον λόγο, ούτε σχολείο μπορεί να υπάρξει, ούτε και κάποιος δάσκαλος που θα ήθελε να διδάξει σε μαθητές μπορεί να παραμείνει σε κάποιο μέρος, όπως εγώ ο ίδιος έπαθα και έμαθα, αφού γεύτηκα όλων των ειδών τις συμφορές.»

[Πάσχει η των Ελλήνων εκκλησία σήμερον, ερημωμένη από πάσης προκοπής και επιστήμης. Η δε αιτία της κακίας ταύτης τοιαύτη εστίν. Ο μέγας Τούρκος (τουτέστιν ο βασιλεύς των Τούρκων τε και χριστιανών) επιθυμεί και θέλει έχειν ειρήνη μετά των υποτασσομένων αυτώ. Αλλά τινες εκ των αρχόντων αυτού υπάρχουσι κακοί και υπερήφανοι, και εκ των τοιούτων πάσχει η των Ελλήνων Εκκλησία πολλά κακά. Τούτου ένεκα, ούτε φροντιστήριον δύναται είναι, ούτε διδάσκαλος τις εφιέμενος διδάξαι μαθητάς δύναται μείναι εν ενί τόπω, καθώς εγώ γε έπαθον και είδον, και εγευσάμην των ποικίλων κακών[123].]

Αυτό που καταθέτει ο Άγγελος είναι οι απίστευτες περιπέτειες και διώξεις που υπέστη από την βαρβαρότητα του Τούρκου διοικητή της Αθήνας, επειδή θέλησε να μάθει γράμματα και να σπουδάσει. Και μέσα από την προσωπική του περιπέτεια κατάλαβε πως όπου υπάρχουν τέτοιοι κακοί και υπερήφανοι Τούρκοι διοικητές ούτε σχολείο είναι δυνατόν να υπάρξει, ούτε κανείς δάσκαλος μπορεί να μείνει σε κάποιο μέρος και να διδάξει. Και όλα αυτά το 1607.

Είναι φανερό πως η μαρτυρία του Άγγελου είναι εξόχως σημαντική. Και αυτό διότι οι αναθεωρητές ιστορικοί χαρακτηρίζουν το κρυφό σχολειό ως μύθο επειδή, όπως διακηρύττουν, «οι Τούρκοι ποτέ δεν απαγόρεψαν τα σχολεία»[124] και «ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος, δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη», μιας και «δεν είχαν» κανέναν «λόγο να εμποδίσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση»[125]. Έτσι λοιπόν, «δεν υπάρχει καμιά ιστορική πηγή που να μαρτυρεί ότι οι τουρκικές αρχές απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων»[126], γι’ αυτό και «οι αντίθετες πληροφορίες είναι πολύ μεταγενέστερες και πρέπει να συσχετισθούν με τον θρύλο του κρυφού σχολειού»[127].

Ο Άγγελος λοιπόν μας πληροφορεί το 1617 πως ενώ ο ίδιος ο σουλτάνος «επιθυμούσε και ήθελε» οι υπόδουλοι Έλληνες να έχουν και σχολεία και παιδεία, οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές και τα σχολεία απαγόρευαν και στους δασκάλους δεν επέτρεπαν να εγκατασταθούν στα μέρη τους και να διδάξουν. Και αυτή η μαρτυρία δεν θα είναι η μόνη, από την περίοδο της τουρκοκρατίας, που θα αναφέρεται στους διωγμούς και τις απαγορεύσεις των Τούρκων ενάντια στην παιδεία και τα σχολεία των Ελλήνων. Ήδη αναφέραμε κάποιες και θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη.

George Sandys, Άγγλος περιηγητής, 1610.

Το 1615 εκδόθηκε στο Λονδίνο το περίφημο ταξιδιωτικό έργο του G. Sandys, A Relation of a Iourney begun An. Dom. 1610. Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάστηκε ευρέως[128], έγινε ιδιαίτερα αγαπητό, ανατυπώθηκε πολλές φορές[129] και άσκησε τεράστια επίδραση στο αναγνωστικό κοινό της Ευρώπης[130], ενώ προσέλκυσε εξίσου και το ενδιαφέρον της σύγχρονης έρευνας[131]. Το έργο αυτό έθεσε νέες προδιαγραφές για την αγγλική ταξιδιωτική λογοτεχνία με το βάθος του και την ακρίβειά του[132].

Σύμφωνα με τις πιο πλέον σύγχρονες προσεγγίσεις της διεθνούς ιστοριογραφίας, ο Sandys αποκαλύπτεται πως ήταν ένας θαυμαστής των Οθωμανών. Τους οποίους Οθωμανούς θαύμαζε για την θρησκευτική τους ανεκτικότητα, την κρατική τους δικαιοσύνη και για τους κοινωνικούς τους τρόπους[133]. Γι’ αυτό και κατέστησε τους Οθωμανούς παράδειγμα προς μίμηση για την ανεκτικότητά τους, στις σχετικές συζητήσεις της Αγγλίας του 17ου αιώνα. Η προσκόλληση μάλιστα των Οθωμανών σ’ αυτές τις αρχές πρόσφερε, στον Sandys ένα ζωντανό παράδειγμα για να το μεταφερθεί στην αγγλική παράδοση[134].

Ας δούμε λοιπόν τι αναφέρει ο ίδιος ο Sandys σχετικά με την ανεκτικότητα των Οθωμανών στα θέματα της παιδείας και της θρησκείας. Στην προσφώνηση του Προς τον Πρίγκηπα, δηλαδή προς τον διάδοχο του αγγλικού θρόνου Κάρολο, τον μετέπειτα βασιλιά της Αγγλίας Κάρολο Α΄, ο συγγραφέας αυτού του τόσο σημαντικού βιβλίου λέει τα εξής χαρακτηριστικά:

«Χώρες οι οποίες ήταν κάποτε τόσο ένδοξες και ξακουστές για την ευτυχισμένη τους κατάσταση, τώρα έγιναν, εξαιτίας της κακίας και της αχαριστίας, το πιο αξιοθρήνητο θέαμα της πιο ακραίας δυστυχίας. Τα άγρια κτήνη της ανθρωπότητας ξέσπασαν πάνω τους και ξερίζωσαν κάθε ίχνος πολιτισμού, και η αυθάδεια ενός ανάλγητου και βάρβαρου τυράννου κατέλαβε τους θρόνου της αρχαίας και δίκαιης κυριαρχίας. Εκείνα τα πλούσια εδάφη τώρα πλέον μένουν ακαλλιέργητα, καλυμμένα από θάμνους, καταφύγιο των άγριων θηρίων, των κλεφτών και των δολοφόνων. Περιοχές ολόκληρες είναι ακατοίκητες ή αραιοκατοικημένες. Όμορφες πόλεις ερημώθηκαν. Πολυτελή κτήρια έγιναν ερείπια, μεγαλόπρεποι ναοί είτε γκρεμίστηκαν, είτε βεβηλώνονται από την ασέβεια. Η αληθινή θρησκεία περιφρονείται και καταπιέζεται, όλη η αριστοκρατία εξαφανίστηκε. Το φως της γνώσης δεν επιτρέπεται, ούτε η αρετή τιμάται. Η βία και η αρπαγή θριαμβεύουν με αυθάδεια παντού[135]

Η περιγραφή που μας δίνει ο «θαυμαστής των Οθωμανών» Sandys για τον τρόπο που κυβερνούσαν και συμπεριφέρονταν οι Οθωμανοί στους υπόδουλους χριστιανούς προκαλεί αληθινή φρίκη. Τα «άγρια κτήνη της ανθρωπότητας», όπως τους χαρακτηρίζει, είχαν οδηγήσει τις περιοχές που είχαν καταλάβει στην «πιο ακραία δυστυχία». Περιοχές ολόκληρες είχαν μείνει ακατοίκητες, πόλεις λαμπρές και σπουδαίες είχαν ερημωθεί. Η αγριότητα και βαρβαρότητα του κατακτητή είχε οδηγήσει τα πάντα στην παρακμή και την απόγνωση. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως όλα αυτά τα λέει για την Ελλάδα, μια χριστιανική χώρα που ήταν τώρα κάτω από τον ζυγό των Τούρκων[136]. Είναι αυτή ακριβώς η «ευημερία» που απολάμβαναν οι Έλληνες τους πρώτους αιώνες της «οθωμανικής κυριαρχίας», για την οποία με τόση ένταση και επιμονή έκανε λόγο η γνωστή σειρά 1821 του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ.

Όπως είναι φυσικό, ένας τέτοιος δυνάστης απαγόρευε πλήρως την παιδεία, ενώ περιφρονούσε και καταδίωκε την χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό και τα σχόλια του Sandys για τον εκφυλισμό των Τούρκων επικεντρώνονται ειδικά στην καταστροφή της γνώσης, των τεχνών και των επιστημών[137]. Και εδώ να τονίσουμε για ακόμη φορά πως όλα αυτά ο Sandys τα αναφέρει στην επίσημη προσφώνησή του προς τον διάδοχο του αγγλικού θρόνου και μετέπειτα βασιλιά Κάρολο Α΄, στον οποίο προβάλλει την Οθωμανική αυτοκρατορία ως το απόλυτο παράδειγμα της άνομης διακυβέρνησης[138].

Μελέτιος Πηγάς, πατριάρχης Αλεξανδρείας, 1598.

Ο Μελέτιος Πηγάς υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους και τους πιο μορφωμένους εκκλησιαστικούς ηγέτες που ανέδειξε ο Ελληνισμός κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε το 1549 και πέθανε, νέος ακόμη, το 1601. Από το 1590 ήταν πατριάρχης Αλεξανδρείας. Ήταν βαθύς γνώστης της κλασσικής παιδείας και έχουν σωθεί πάρα πολλές επιστολές του. Όμως, ενώ στις επιστολές του χρησιμοποιούσε την αρχαΐζουσα γλώσσα, στα κηρύγματά του χρησιμοποιούσε την δημοτική της εποχής του, αφού για τον Μελέτιο η αγάπη για την γλώσσα του λαού ήταν ίση με την αγάπη για την ίδια την Ελλάδα[139].

Ο πατριάρχης Μελέτιος σ’ ένα γράμμα που στέλνει στους χριστιανούς της Πολωνίας, το 1598, τους γράφει τα εξής για τον διωγμό και την απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας από τους Τούρκους και το κάψιμο από αυτούς των ελληνικών βιβλίων:

«Μη ουν περιεργάζεσθε, αδελφοί, μάλιστα δε ότε διδασκάλων απορούμεν. […] Αφ’ ου δη ουν τα πρώτα κρατήσασα η πάνδημος αύτη λύμη και φθορά, τας μεν βίβλους της καθ’ ημάς και της ελληνικής σοφίας κατακαήναι προστάξασα, περιορίσασά τε την εράσμιονφωνήν την ελληνικήν[140]

Μη το πολυψάχνετε και μην σας φαίνεται παράξενο που δεν έχουμε δασκάλους, λέει ο πατριάρχης στους χριστιανούς της Πολωνίας. Γιατί η αιτία που έμεινε το γένος χωρίς σοφία είναι η «πάνδημος αυτή λύμη και φθορά», η «πλάνη της αραβικής αλώπεκος» όπως την ονομάζει λίγο πιο πάνω, δηλαδή το Ισλάμ του Μωάμεθ και ακόμη πιο συγκεκριμένα η οθωμανική κυριαρχία. Διότι, το πρώτο πράγμα που έκαναν οι Οθωμανοί μόλις επικράτησαν ήταν να κάψουν αμέσως τα βιβλία της εκκλησιαστικής και της ελληνικής σοφίας και να «περιορίσουν» την αγαπημένη («εράσμιον») γλώσσα, την ελληνική.

Και ως επιβεβαίωση αυτής της αναφοράς του παραθέτει ένα περιστατικό ασύλληπτης φρίκης, που είχε συμβεί λίγες δεκαετίες πριν από την δική του εποχή:

«Καθά μοι Ιωακείμ γέρων διηγείτο, κατ’ Αίγυπτον τριάκοντα χιλιάδες απετμήθησαν γλωσσών ημέρα μιά, λαλήσαι μόνον ελληνικώς[141].»

Λίγες δεκαετίες πριν γίνει ο ίδιος πατριάρχης Αλεξανδρείας, μας λέει ο Μελέτιος, οι Τούρκοι είχαν κόψει στην Αίγυπτο τριάντα χιλιάδες γλώσσες Ελλήνων σε μια μόνο μέρα, που το μόνο έγκλημά τους ήταν ότι επέμεναν να μιλάνε ελληνικά. Το περιστατικό αυτό το αναφέρει και ο Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης, ο οποίος το τοποθετεί περίπου στο 1565 [142], όταν ανέλαβε πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Σίλβεστρος[143]. Γιατί, όπως αναφέρει ο Υψηλάντης,

«τέτοια τυραννία καταδυνάστευε την Αίγυπτο μετά την άλωσή της από τον σουλτάνο Σελίμ Α΄, την οποία τυραννία την εξασκούσε η οθωμανική εξουσία

[Τοιαύτη τυραννία κατεκράτει την Αίγυπτον μετά την παρά του σουλτάν Σελίμ άλωσιν αυτής, υπό της οθωμανικής επικρατείας ενεργουμένη[144].]

Όπως γίνεται σαφές από το περιστατικό αυτό, σε κάποιες χρονικές περιόδους στόχος των μουσουλμάνων Τούρκων ήταν να εξαλείψουν εντελώς την ελληνική γλώσσα. Και αυτό είναι αποτέλεσμα της βαριάς τυραννίας που είχε επιβάλλει τότε στην Αίγυπτο η οθωμανική εξουσία, όπως μας εξηγεί τον 18ο αιώνα ο Φαναριώτης Υψηλάντης[145].

Γι’ αυτό και όταν ο Μελέτιος γράφει στο αυτοκράτορα της Ρωσίας Θεόδωρο, τον ικετεύει να φτιάξει στην χώρα του Ελληνικό Σχολείο, διότι, όπως του αναφέρει, «εδώ σε μας κινδυνεύει να εξαφανιστεί εκ βάθρων η πηγή της σοφίας»:

«Κατάστησον παρά σοι, βασιλεύ, φροντιστήριον μαθημάτων ελληνικών, ζώπυρον της σοφίας της ιεράς, ότι παρ’ ημίν εκ βάθρων κινδυνεύει αφανισθήναι η της σοφίας πηγή[146]

Κύριλλος Λούκαρης, οικουμενικός πατριάρχης, περίπου 1620.

Ο διάδοχος του Μελέτιου Πηγά στην θέση του πατριάρχη Αλεξανδρείας και μετέπειτα μαρτυρικός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρης, απαντώντας στην κατηγορία των «Λατίνων» σχετικά με την έλλειψη «σοφίας» στους Έλληνες, έγραψε τα παρακάτω για το πρόβλημα του μαρασμού της παιδείας στο ελληνικό γένος:

«Πως η ανατολική εκκλησία και όλον το γένος των Ελλήνων είναι κακά καταστρεμμένον, τούτο δεν το αρνούμεθα. […] Όσον πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα, αλήθεια είναι. […] Αν [όμως] είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγγίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν θα εύρισκες(!). Και εις την Ελλάδα τώρα διακόσιους χρόνους ευρίσκεται. Και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται δια να στέκουν εις την πίστιν τους, και λάμπει η πίστις του Χριστού. […] Και σεις μου λέγετε πως δεν έχομεν σοφίαν;[147]»

Απευθυνόμενος ο πατριάρχης στους Ευρωπαίους, τους αναφέρει πως, ναι, δεν είναι καθόλου παράξενο που εμείς «οι Έλληνες» δεν έχουμε σοφία. Γιατί είναι αληθινό θαύμα και μόνο που υπάρχουμε. Διότι, όπως χαρακτηριστικά τους λέει, αν είχατε κι εσείς τους Τούρκους όχι πολλά, μόνον δέκα χρόνια πάνω απ’ το κεφάλι σας, δεν θα είχε μείνει στην Δύση ούτε ένας χριστιανός. Και εμείς τους έχουμε, εδώ στην Ελλάδα, διακόσια χρόνια. Και όμως, ακόμη υπάρχουμε και παραμένουμε χριστιανοί, με όσα βάσανα και διωγμούς κι αν υποφέρουμε. Και τώρα έρχεστε εσείς, μετά από όλα αυτά, να μας πείτε ότι δεν έχουμε σοφία; Πώς θα μπορούσαμε να έχουμε σοφία, λέει ο πατριάρχης, μέσα σε τέτοια βαρβαρότητα που ζούμε, όταν οι χριστιανοί υποφέρουν και βασανίζονται τόσο άγρια για την πίστη τους;

Από την παραπάνω αναφορά του πατριάρχη καθίσταται σαφές πως παρ’ όλα τα προνόμια και παρ’ όλη την επίσημα κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία των χριστιανών ραγιάδων, διεξάγονταν συνεχώς άμεσοι και απροκάλυπτοι θρησκευτικοί διωγμοί, με αποτέλεσμα «οι άνθρωποι» να «κακοπαθούν» και να «βασανίζονται» για να μπορούν να παραμένουν χριστιανοί. Κάτω λοιπόν από μια τέτοια άγρια και απάνθρωπη τυραννία ήταν αδύνατον να μπορούσαν να έχουν σχολεία.

Και ενώ έτσι περιγράφει ο πατριάρχης την ανείπωτης βαρβαρότητας συμπεριφορά των Τούρκων προς τους Έλληνες ραγιάδες, σύμφωνα με τις επιστημονικές απόψεις που είδαμε ότι διατυπώνουν οι αναθεωρητές ιστορικοί,

«η Οθωμανική αυτοκρατορία […] θεωρούσε τους Ρωμιούς και το Πατριαρχείο συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας»[148]. Γι’ αυτό και «το πατριαρχείο […] συνεβούλευε απειλητικά την υποταγή, διότι πάσα απείθεια ήταν αμαρτία και εναντίωση στο “θέλημα του θεού”[149]

Συνέταιροι λοιπόν οι «Ρωμιοί» με τους Οθωμανούς, μας λένε οι αναθεωρητές ιστορικοί. Γι’ αυτό και το πατριαρχείο συμβούλευε, απειλητικά μάλιστα, την υποταγή στον σουλτάνο. Αλλά εμείς βλέπουμε εδώ τον οικουμενικό πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη να αποδίδει την άθλια κατάσταση που βρίσκονταν τότε η παιδεία των Ελλήνων στην φρίκη της σκλαβιάς και στην τυραννία των «Τούρκων». Και δεν θα είναι ο μόνος.

Αυτό όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι η πλήρως διαμορφωμένη εθνική συνείδηση του πατριάρχη, ο οποίος λέει πως οι Τούρκοι βρίσκονται εδώ και διακόσια χρόνια στην Ελλάδα. Όχι στην Ρωμιοσύνη, ούτε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά στην Ελλάδα. Και ως Ελλάδα εννοεί ο πατριάρχης όλα ανεξαιρέτως τα μέρη της αυτοκρατορίας, σε Ασία και Ευρώπη, όπου κατοικούσε «το γένος των Ελλήνων», και όχι μόνον την νότιο Ελλάδα (Θεσσαλία, Στερεά και Πελοπόννησο), όπως συνήθως συνέβαινε. Είναι φανερό πως ο πατριάρχης αντιλαμβάνεται όλα τα μέρη οπού κατοικούν οι Έλληνες ως έναν ενιαίο χώρο, με το όνομα Ελλάς. Και αυτή η αντίληψή του εμφανίζεται εκατό και πλέον χρόνια πριν από την εμφάνιση του εθνικισμού και την έναρξη της διαδικασίας της «εθνογένεσης». Και αυτό είναι στ’ αλήθεια ιδιαίτερα εντυπωσιακό.

Αυτή η εθνική αντίληψη δεν ήταν η προσωπική του άποψη, αλλά η γενική ιδεολογική γραμμή του ίδιου του πατριαρχείου, το οποίο ο Λούκαρης εξέφρασε όσο λίγοι πατριάρχες μέχρι που εκτελέστηκε από τους Τούρκους, χάρις στις ραδιουργίες των Ιησουϊτών. Ο Λούκαρης ως πατριάρχης ετύγχανε της γενικής αποδοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία τον ανέδειξε πέντε φορές οικουμενικό πατριάρχη, ενώ ο ορθόδοξος χαρακτήρας της διδασκαλίας του επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από διάφορους πατριάρχες και από πολλές ορθόδοξες συνόδους[150]. Και ειδικά από την σύνοδο των Ιεροσολύμων του 1672[151].

Μητροφάνης Κριτόπουλος, 1627.

Ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, υπήρξε το κατεξοχήν ανάστημα του Κύριλλου Λούκαρη. Με λαμπρές σπουδές στην Ευρώπη και γνωριμίες με πολύ σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, με κάποιους από τους οποίους είχε τακτική αλληλογραφία. Τμήμα αυτής της αλληλογραφίας είναι και η Γραμματική της κοινής νεοελληνικής, η οποία, κατά έναν παράδοξο τρόπο, είναι δημιούργημα ενός σκληρού αττικίζοντα που απεχθάνονταν την λαϊκή γλώσσα. Η Γραμματική αυτή γράφτηκε το 1627 [152] και έχει την μορφή επιστολής προς τον Γερμανό καθηγητή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου Bernegger. Εκεί ο Κριτόπουλος περιγράφει στον Bernegger την κατάσταση της παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα ως εξής:

«Ήταν λοιπόν κάποτε η γενιά των Ελλήνων τόσο σπουδαία, όπως την περιέγραψα σύντομα παραπάνω. Όμως, επιτράπηκε στον πονηρό [δηλαδή στον Σατανά] να εκδηλώσει εναντίον μας την κακία του, βρίσκοντας και τα κατάλληλα «όργανα» για να μας κακοποιήσει. Πόσους λοιπόν διωγμούς, πόσους πολέμους, πόσες δόλιες επιθέσεις, πόσα αμέτρητα κακά ξεσήκωσε εναντίον μας, φανερά και κρυφά, με τα «όργανά» του, και χρόνο πολύ θέλει να τα αναφέρουμε και είναι άλλωστε γνωστά σε όλους

[Ην μεν η γενεά των Ελλήνων τοιαύτη, οίαν περιέγραψα συντόμως. […] Επιτραπείς ουν ο πονηρός χρήσασθαι καθ’ ημών τη ιδία αυτού κακία, όργανά τε ευρών επιτήδεια εις το κακοποιήσαι. Όσους μεν διωγμούς, όσους πολέμους, όσους δόλους, όσα μύρια κακάκαθ’ ημώνφανερώς τε και αφανώς εξήγειρε δια των αυτού οργάνων μακρόν εστι και λέγειν, άλλως τε τοις πάσι γνώστα[153].]

Ο «πονηρός», δηλαδή ο σατανάς, χρησιμοποίησε ενάντια σε μας τους Έλληνες, λέει ο πατριάρχης, τα κατάλληλα «όργανα» για να μας κακοποιήσουν, τους Τούρκους κατακτητές. Και πώς «κακοποιούν» οι Τούρκοι τους Έλληνες; Με διωγμούς, με «πολέμους», με «δόλους» και γενικά με όσα μύρια κακά επιφέρουν εναντίον τους. Κακά, τα οποία ο πατριάρχης δεν μπαίνει καν στον κόπο να απαριθμήσει, διότι όπως λέει ήταν γνωστά σε όλους.

Ο Κριτόπουλος όμως δεν περιορίζεται στο να αναφέρει μόνον τους διωγμούς και τις κακουχίες, τις οποίες επέφεραν οι Τούρκοι στους ταλαίπωρους ραγιάδες. Αμέσως μετά περιγράφει στον Ευρωπαίο φίλο του τις φοβερές απαγορεύσεις που επέβαλε ο βάρβαρος τουρκικός ζυγός στην παιδεία και την πνευματική ανάπτυξη των Ελλήνων. Λέει χαρακτηριστικά:

«Επειδή δεν μπόρεσαν να μας εξαφανίσουν εντελώς, όπως νόμιζαν ότι θα κατάφερναν, μιας και μας προστατεύει ο Θεός χωρίς να φαίνεται, μηχανεύτηκαν άλλο δόλιο σχέδιο: Τώρα προσπαθούν να κάνουν ζημιά σε ότι έχει να κάνει με μας, και ειδικά στο να μάθουμε γράμματα. Γι’ αυτό και κυρίως εξαφάνισαν όλα τα ελληνικά συγγράμματα. Τα βιβλία μας άλλα τα κατέστρεψαν εντελώς και άλλα τα καταχώνιασαν σε μέρη μυστικά. Έτσι ούτε αυτοί τα χρησιμοποιούν, ούτε επιτρέπουν σε άλλους να τα χρησιμοποιήσουν. Την ελληνική γλώσσα θέλησαν να την εξαφανίσουν εντελώς, και εν μέρει το κατάφεραν, όσο μπόρεσαν βέβαια. Αυτό που τελικά κατάφεραν, οι απάνθρωποι, είναι ότι μας αποξένωσαν κάπως από την γλώσσα των πατέρων μας και ότι απαγορεύουν να γίνονται τα μαθήματα των (αρχαίων) ελληνικών στην ελληνική γλώσσα, ενώ παράλληλα κατέστρεψαν ή απέκρυψαν τα βιβλία μας, όπως ήδη ανέφερα.»

[Επειδή πάντη εκποδών ημάς ποιήσαι, ως ώοντο, ουκ ίσχυσαν, του Θεού αοράτως υπερασπιζομένου ημών, άλλον δόλον μηχανώνται και τα περί ημάς βλάψαι πειρώνται και μάλιστα τα μαθήματα ημών. Και δη εκ μέσου εποιήσαντο πάσας ελληνικάς αναγνώσεις. […] Των βίβλων ημών τας μεν ηφάνισαν όλως, τας δε εν παραβύστω φέροντες κατέκλεισαν, μήτ’ αυτοί τούτοις χρώμενοι, μήτ’ άλλοις την χρήσιν επιτρέποντες. […] Την ελληνικήν γλώσσαν ανά κράτος αφανίσαι ηβουλήθησαν και δη εποίησαν, το γε εις αυτούς ήκον. […] Ο δε εποίησαν οι δυσμενείς τούτο εστίν, ότι ημάς της πατρίου φωνής μικρού απεξένωσαν εν τω τε κωλύειν τα ελληνικά μαθήματα ελληνιστί παραδίδοσθαι και τω τας βίβλους ημών αφανίσαι τε και κατακρύψαι, ως έφθην ειπών[154].]

Όπως διαπιστώνουμε από αυτήν την αναφορά του Κριτόπουλου στον επίσημο φίλο του, τον 17ο αιώνα οι Έλληνες δεν μπορούσαν να στείλουν τα παιδιά τους σχολείο για να μάθουν ελληνικά, διότι, όπως αναφέρει εδώ ο Κριτόπουλος, οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρά την λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Και όχι μόνον αυτό. Απαγόρευαν εντελώς και την ανάγνωση των ελληνικών βιβλίων, τα οποία φρόντιζαν ή να τα καταστρέφουν ή να τα κρύβουν. Τελικός τους στόχος ήταν να εξαφανίσουν ολοκληρωτικά την ελληνική γλώσσα, πράγμα που εν μέρει, λέει ο Κριτόπουλος, το είχαν καταφέρει. Η μαρτυρία αυτή του Κριτόπουλου, ότι ήθελαν οι Τούρκοι να εξαφανίσουν την ελληνική γλώσσα, συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη μαρτυρία του Πηγά, πως οι «ανεκτικοί Οθωμανοί» δεν επέτρεπαν στους δυστυχισμένους ραγιάδες ούτε καν να μιλάνε ελληνικά, γιατί αλλιώς τους έκοβαν την γλώσσα.

Μετά από αυτές τις συγκεκριμένες αναφορές του Πηγά και του Κριτόπουλου, αξίζει να ξαναθυμηθούμε τις απόψεις των αποδομητών ιστορικών, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως «μόνο μετά την Επανάσταση του 1821 μερικοί λόγιοι της εποχής, […] υπαινίχθηκαν –χωρίς να αναφερθούν σε κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα– ότι η παιδεία, όπως και η Εκκλησία, ήταν υπό διωγμόν»[155]. Κι αυτό διότι «η επιστημονική προσέγγιση, στηριγμένη στις μαρτυρίες των πηγών, έχει κατηγορηματικά αποκλείσει την απαγόρευση εκπαίδευσης των χριστιανών από την οθωμανική εξουσία: καμίασυγχρονική περιγραφή, καμίασυγχρονική έκθεση, κανένααπομνημόνευμα δεν αναφέρεται σε απαγόρευση»[156]. Όσο για τα ελληνικά, αυτά «διδάσκονταν ελεύθερα επί Τουρκοκρατίας», γι’ αυτό και «δεν υπάρχει ούτε μία μαρτυρία που να λέει ότι εμποδιζόταν η διδασκαλία των ελληνικών»[157]. «Όποιος ήθελε μπορούσε να μάθει ελληνικά, σερβικά, βουλγαρικά κ.ο.κ. χωρίς να παρενοχλείται από τους κατακτητές»[158]!

Από τα λεγόμενα και τις αποφάνσεις τους γίνεται ξεκάθαρο ότι όλοι οι παραπάνω επαγγελματίες ιστορικοί διαμόρφωσαν την επιστημονική τους θέση αγνοώντας εξολοκλήρου τις μαρτυρίες του Άγγελου, του Sandys, του Πηγά και του Κριτόπουλου, αλλά και όλων των άλλων που παραθέσαμε και θα παραθέσουμε εδώ. Δηλαδή συλλαμβάνουν, συμπεραίνουν και διατυπώνουν τις επιστημονικές τους απόψεις ερήμην των πηγών. Πράγμα που καθιστά τα συμπεράσματά τους επισφαλή και κάποιες φορές ίσως ανακριβή.

Γεράσιμος Α΄, πατριάρχης Αλεξανδρείας, 1631.

Η επόμενη μαρτυρία έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Προέρχεται από την εσωτερική αλληλογραφία μεταξύ δύο εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Ο ένας είναι ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Γεράσιμος Α΄ και ο άλλος κάποιος αρχιμανδρίτης Αρσένιος. Όπως είναι ευνόητο, στην μεταξύ τους αλληλογραφία οι ηγέτες της εκκλησίας εκφράζονταν ελεύθερα, λέγοντας αυτό που πραγματικά σκέφτονταν και ήθελαν, χωρίς να αναγκάζονται να υποκύπτουν σε κανέναν περιορισμό. Γράφει το 1631 ο πατριάρχης στον αρχιμανδρίτη τα εξής για την κατάσταση που επικρατούσε στο πατριαρχείο, από την συμπεριφορά των Τούρκων:

«Μην νομίζεις, άγιε αρχιμανδρίτα, πως δεν σου γράφουμε επειδή ξεχάσαμε την λογιότητά σου. […] Αυτό συνέβη επειδή μας έτυχαν αλλεπάλληλα προβλήματα, για να μην πω συμφορές και ανυπόφερτες ζημίες που μας προξενούν κάθε μέρα οι Αγαρηνοί στις εκκλησίες μας, που με κάθε τρόπο μηχανεύονται πως να τις γκρεμίσουν και αν μπορούν να τις εξαφανίσουν τελείως, μόνον και μόνον για να μας αρπάξουν χρήματα. Είθε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, […] με όποιον τρόπο εκείνος ξέρει, να μας απαλλάξει από την πολυετή τυραννία τους, για να μην εξαφανισθεί τελείως και η τελευταία ρανίδα της ορθοδοξία. Γιατί ο αόρατος λύκος [ο σατανάς], χρησιμοποιώντας αυτούς σαν όργανό του, κάθε μέρα αρπάζει πρόβατα του Χριστού, […] άλλα με την θέλησή τους και άλλα με τυραννία, χωρίς να το θέλουν και να το επιθυμούν, γιατί τα απειλούν πως θα γίνουν παρανάλωμα της φωτιάς αν δεν αλλαξοπιστήσουν.»

[Μη νόμιζε (άγιε αρχιμανδρίτα), επιλαθέσθαι ημάς της σης λογιότητος το μη γεγραφέναι σου. […] Τούτο συνέβη εκ των αλλεπαλλήλων φροντίδων, μικρού δειν ειπείν και συμφορών και αφορήτων ζημιών, ων έχομεν καθ’ εκάστην παρά των Αγαρηνών περί των καθ’ ημάς εκκλησιών, ων παντοίοις τρόποις καταβαλείν δήθεν και αφανίσαι μηχανεύονται, ίνα μόνον αφ’ ημών αφαρπάσωσι χρήματα, ων ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, […] καθ’ όν τρόπον είδεν εκείνος, απαλλάξοι ημάς της αυτών πολυετούς τυραννίδος, ίνα μη η τέως εναπολειφθείσα ρανίς της ορθοδοξίας τελείως εξαφανισθή. Ο γαρ αόρατος λύκος, οργάνω χρησάμενος αυτοίς, καθ’ εκάστην ώραν αφαρπάζει τα πρόβατα, […] τα μεν αυτομολήτως, […] τα δε τυραννικώς, άκοντα και μη βουλόμενα, απειλάς απειλήσας πυρί παρανάλωμα γενέσθαι πειθόμενα[159].]

Ο πατριάρχης αναφέρεται ευθέως σε αλλεπάλληλες συμφορές και ζημίες που δέχεται κάθε μέρα η εκκλησία από τους Αγαρηνούς, δηλαδή τους Τούρκους. Γι’ αυτό και προσεύχεται στον Ιησού Χριστό να τους απαλλάξει από την πολύχρονη τυραννία τους. Διότι οι Τούρκοι εδίωκαν ευθέως τους χριστιανούς, κάνοντας έτσι κάθε μέρα πολλούς να απαρνούνται την πίστη τους και να γίνονται μουσουλμάνοι, άλλοτε μεν με την θέλησή τους, άλλοτε όμως με την βία, με απειλές και βασανιστήρια.

Για μια ακόμη φορά, ένας πατριάρχης μας πληροφορεί ότι οι Τούρκοι δίωκαν ανελέητα και τυραννούσαν αφόρητα τους χριστιανούς για την πίστη τους. Μια κατάσταση που οδηγούσε πολλούς χριστιανούς στο να αλλαξοπιστήσουν. Και άλλοι μεν το έκαναν αυτό με την θέλησή τους, γιατί δεν άντεχαν περισσότερο την πίεση των Τούρκων, άλλοι όμως μετά από φοβερές απειλές και φριχτά βασανιστήρια. Όπως παρατηρεί ο R. Clogg, «οι διάφοροι ταπεινωτικοί όροι διαβίωσης για τους χριστιανούς, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα σκληρή μεταχείριση εκ μέρους των τοπικών οθωμανικών Αρχών, μπορούσαν να οδηγήσουν σε ατομική ή μαζική προσχώρηση στο Ισλάμ»[160]. «Και είναι στ’ αλήθεια αδύνατον να περιγράψει κανείς τις συνθήκες υπό τις οποίες χιλιάδες Έλληνες εξισλαμίσθηκαν. Κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε οικογένεια αποτελεί και μια ιδιαίτερα τραγική ιστορία. Η φριχτή τυραννία των πέρα από κάθε έλεγχο τοπικών Τούρκων διοικητών, ο θρησκευτικός φανατισμός των μουσουλμάνων, οι πιέσεις και οι διωγμοί των ντερεμπέηδων, τα συνεχή βασανιστήρια, λύγιζαν το ανθρώπινο ηθικό και τους ανάγκαζαν μπροστά στην φοβερή κατάσταση να αλλαξοπιστήσουν»[161].

Όμως, το πιο ενδιαφέρον σημείο του κειμένου είναι ίσως η προσευχή του πατριάρχη στον Χριστό, ώστε να απαλλάξει τους χριστιανούς από την πολύχρονη τουρκική τυραννία, που τόσα υποφέραν καθημερινά εξαιτίας της. Και όμως, ενώ αυτά ανέφεραν και έτσι εκφράζονταν οι ηγέτες της εκκλησίας, οι αναθεωρητές ιστορικοί δεν διστάζουν να αποφανθούν, όπως ήδη αναφέραμε, πως «για την εκκλησία το σύστημα της κατάκτησης και η κραταιά βασιλεία του σουλτάνου αντιπροσώπευε την εκ Θεού προνενοημένη τάξη του κόσμου»[162], στην οποία οι πιστοί όφειλαν να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα[163].

Γράφοντας ο Γεράσιμος στον επίσκοπο Σαλείας και Κυρηνίας της Κύπρου το 1634 [164], του αναφέρει πως και την επιστολή του διάβασε και για τα δεινά που υποφέρουν στην Κύπρο από τους Τούρκους έμαθε. Επίσης τον πληροφορεί για όσα υπόφεραν και εκείνοι στην Αλεξάνδρεια από τους ίδιους τυράννους:

«Πήραμε την επιστολή σου, Θεοφιλέστατε, από την οποία μάθαμε τις ανήκουστες δοκιμασίες και τις άπειρες καταστροφές που έχετε από τους εξουσιαστές μας, γιατί και εμείς τα ίδια και χειρότερα παθαίνουμε κάθε μέρα για χάρη των εκκλησιών μας.»

[Τοις σοις ενετύχαμεν γράμμασι, Θεοφιλέστατε, […] δι’ ων μεμαθήκαμεν τους ανήκουστους πειρασμούς και τας απείρους ζημίας, άπερ έχετε παρά των έξω κρατούντων, ως και ημείς τα αυτά και πλείονα καθ’ εκάστην πάσχομεν υπέρ των καθ’ ημάς εκκλησιών[165].]

Όπως διαπιστώνουμε, και η Κύπρος και η Αλεξάνδρεια υπέφεραν κάθε μέρα από τους Τούρκους ανήκουστες δοκιμασίες και καταστροφές. Το σημαντικό με αυτές τις πληροφορίες είναι ότι τις αντλούμε από μια άμεση ιστορική πηγή, την προσωπική αλληλογραφία δύο ανώτατων εκκλησιαστικών αξιωματούχων, οι οποίοι ήθελαν να ενημερώσουν ο ένας τον άλλον με ακρίβεια για τα όσα συνέβαιναν στις περιοχές τους.

François Richard, ιησουίτης ιερωμένος, 1650.

Όπως είδαμε, ο Κύριλλος Λούκαρης θωρούσε την ύπαρξη χριστιανών στην Οθωμανική αυτοκρατορία ως θαύμα, αφού, όπως έλεγε στους Ευρωπαίους, αν οι ήταν εκείνοι δέκα μόνον χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό, θα είχαν γίνει όλοι μουσουλμάνοι. Την άποψη του πατριάρχη έρχεται να επιβεβαιώσει, κατά ένα τραγικό παιχνίδι της μοίρας, ένας ο ιησουΐτης, ο François Richard, ο οποίος το 1650 απορούσε και αυτός για το πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν ακόμη χριστιανοί στην Τουρκία. Διότι έβλεπε πως οι διωγμοί που υφίσταντο οι χριστιανοί από την… «ανεκτική οθωμανική διοίκηση» ήταν πιο σκληροί ακόμα και από τους διωγμούς του Νέρωνα και του Διοκλητιανού. Λέει χαρακτηριστικά ο Γάλλος ιερωμένος:

«Πολλές φορές απορώ πώς κατόρθωσε να επιβιώσει τόσο καιρό η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πώς υπάρχουν στην Ελλάδα 1.200.000 ορθόδοξοι. Και να σκεφτεί κανείς ότι ποτέ από την εποχή του Νέρωνα, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού οι διωγμοί δεν ήταν τόσο σκληροί, όσο αυτοί που υποφέρει σήμερα η ανατολική Εκκλησία. […] Και όμως, οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν χριστιανοί[166]

Ο ιησουΐτης κληρικός αδυνατεί να κρύψει την μεγάλη του έκπληξη για την αντοχή και την δύναμη που έκρυβαν μέσα στην ψυχή τους οι ορθόδοξοι Έλληνες, οι οποίοι συνέχιζαν να παραμένουν χριστιανοί ακόμη και κάτω από τυραννία ενός τέτοιου φοβερού διωγμού.

Νεκτάριος, πατριάρχης Ιεροσολύμων, 1660.

Η επόμενη μαρτυρία που θα παραθέσουμε προέρχεται επίσης από έναν ανώτατο κληρικό της ορθόδοξης εκκλησίας, τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο. Η σημασία της μαρτυρίας του συγκεκριμένου πατριάρχη γίνεται ακόμη πιο σημαντική, διότι σύμφωνα με τον Π.Μ. Κιτρομηλίδη, ο Νεκτάριος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της «ορθόδοξης κοσμοθεωρίας». Πιο συγκεκριμένα, ο πατριάρχης Νεκτάριος στο έργο του Επιτομή της Ιεροκοσμικής Ιστορίας εκφράζει ξεκάθαρα μια «πολιτική ταύτιση με την οθωμανική μοναρχία. […] Ούτε για μια στιγμή δεν φαίνεται να πέρασε από το νου του ευσεβούς συγγραφέα η σκέψη ότι η βασιλίδα των πόλεων (Κωνσταντινούπολη), […] βρισκόταν και η ίδια αιχμάλωτη ενός ξένου και χριστιανομάχου δυνάστη» [167]. Όμως, η μαρτυρία που θα παραθέσουμε αμέσως παρακάτω θα δείξει πως ο Νεκτάριος δεν ήταν και τόσο αφοσιωμένος στην οθωμανική μοναρχία, όσο νομίζει ο Κιτρομηλίδης. Λέει συγκεκριμένα ο πατριάρχης:

«Λοιπόν, αυτή είναι τώρα η κατάσταση στην Ανατολή. Δεν υπάρχει πόλη και τόπος που να μην χύνουμε εμείς οι ορθόδοξοι το αίμα μας, για χάρη της πίστης μας. Ακόμη και νεαρούς είδαμε πριν από λίγα χρόνια να σκύβουν το κεφάλι τους, χωρίς κανέναν φόβο, για να τους το κόψει το μαχαίρι. Τι λέτε λοιπόν εσείς (οι Λατίνοι) γι’ αυτούς που κακοπερνάνε για χάρη του Χριστού; Αυτοί, επειδή ομολογούνε και παραδέχονται ότι είναι χριστιανοί, κάθε μέρα ταλαιπωρούνται, πεινάνε και διψάνε, δεν έχουν ρούχα να φορέσουν, καταδιώκονται και βλασφημούνται. Και ότι τυχόν θα αποκτήσουν με τον ιδρώτα του προσώπου τους δεν θα τα χαρούν οι ίδιοι, ούτε θα καμαρώσουν γι’ αυτά, ούτε θα τα απολαύσουν οι ίδιοι, αλλά θα τα δώσουν όλα για να πληρώσουν τους αβάσταχτους φόρους του σουλτάνου. Ορίστε, λοιπόν, σε ποια κατάσταση είναι τώρα η Ελλάς και η ορθόδοξη Ανατολή. Αλλά, κι αν έπεσε η Κωνσταντινούπολη και υποδουλώθηκε, το έθνος καθόλου δεν ξεριζώθηκε.»

[Και μην, τοιαύτη της Ανατολίδος νυν η κατάστασις. Ου γαρ εστι πόλις και τόπος, όπη των ορθοδόξων ημών ου προχέονται υπέρ της ευσεβείας τα αίματα. Και μειράκια εωράκαμεν προ ολίγων ετών τη τομή της μαχαίρας αφόβως υποκλίναντα τον αυχένα. […] Πώς οίεσθε [εσείς οι Λατίνοι] τους υπέρ Χριστού κακοχουμένους και δια την ομολογίαν καθ’ εκάστην ταλαιπωρουμένους, πεινώντάς τε και δειψώντας και γυμνητεύοντας, […]διωκομένους τε και βλασφημουμένους; […] Και ει τι προσκτώνται [οι ορθόδοξοι] ιδρώτι του προσώπου, ουκ εις τρυφήν ουμενούν, ουκ εις δόξαν, ουκ εις θέλημα σαρκός, αλλ’ εις το τελείν βασιλικούς φόρους, υπέρ δύναμιν όντας. […]Ίδε, τοιγαρούν, οποία νυν η Ελλάς και η ορθόδοξος Ανατολίς. […] Ει και εάλω η Κωνσταντινούπολις και εδουλώθει, το έθνος ουδαμώς εξερριζώθει[168].]

Ποτάμι χύνονταν τα αίματα των ορθοδόξων Ελλήνων από την «ανεκτική οθωμανική διοίκηση», μας λέει ο «φιλότουρκος» πατριάρχης. Σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό και σε κάθε τόπο. Και αν βρίσκονται οι Έλληνες μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία κάθε μέρα στην πιο άθλια και αξιοθρήνητη κατάσταση, είναι διότι δεν δέχονται να αρνηθούν την πίστη τους. Και είναι τόσο φριχτή και ανυπόφερτη η ζωή τους, ώστε ακόμη και αν βγάλουν κάποια χρήματα με τον ιδρώτα του προσώπου τους, δεν μπορούν να τα χαρούν ούτε στο ελάχιστο, αφού τους τα παίρνει όλα ο σουλτάνος μέσα από την βαρύτατη φορολογία του. Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα, ο πατριάρχης αναφέρει ξεκάθαρα πως η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε και υποδουλώθηκε σε έναν «άπιστο» και χριστιανομάχο κατακτητή! Γι’ αυτό άλλωστε και οι Έλληνες υφίστανται όλα αυτά τα δεινά, διότι είναι δούλοι των «άπιστων» Τούρκων και όχι συνεταίροι τους. Σκλαβιά είναι η κυριαρχία των «Οθωμανών», που κάνει τα αίματα των χριστιανών να τρέχουν σαν ποτάμι, όχι «αρμονική συνύπαρξη». Και όμως. Το ελληνικό έθνος, παρά τα όσα υποφέρει και πάσχει, καθόλου δεν ξεριζώθηκε, μας διαβεβαιώνει ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων.

Είναι εντυπωσιακό να ακούμε έναν πατριάρχη να μιλάει το 1660 για Ελληνικό έθνος, «το των Ελλήνων ενδοξότατον έθνος», όπως ακριβώς το αποκαλεί στο βιβλίο του[169], με έκδηλη χαρά και υπερηφάνεια.

Σουλτανικό φιρμάνι του 1675.

Λίγο πριν το 1675, οι χριστιανοί κάτοικοι της Κασταμονής του Πόντου έστειλαν στην Υψηλή Πύλη μια διαμαρτυρία σχετικά με μια αυθαιρεσία των Τούρκων αξιωματούχων της περιοχής τους. Πιο συγκεκριμένα, οι χριστιανοί της Κασταμονής έφερναν στα σπίτια τους δασκάλους για να μαθαίνουν στα παιδιά γράμματα. Όμως, οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές για να συνεχίσουν να επιτρέπουν αυτά τα κατ’ οίκον μαθήματα στα σπίτια των χριστιανών απαιτούσαν να τους δοθούν μεγάλα χρηματικά ποσά, πράγμα που προκάλεσε και την αποστολή της έγγραφης διαμαρτυρίας των χριστιανών της περιοχής στον σουλτάνο. Ο σουλτάνος δικαίωσε τους χριστιανούς στο αίτημά τους και εξέδωσε γι’ αυτούς ειδικό φιρμάνι[170].

Το κείμενο αυτού του φιρμανιού είναι άκρως αποκαλυπτικό, όπως και όλο το περιστατικό, για το πόσο ελεύθερη ήταν τελικά η παιδεία των Ελλήνων στα χρόνια της δεινής δουλείας, αναφέροντας σχετικά με την ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία των τοπικών αξιωματούχων τα εξής:

«Μολονότι δεν υπήρχε λόγος να ταλαιπωρούν (τους χριστιανούς της Κασταμονής) επειδή διδάσκουν στα σπίτια τους σύμφωνα με τα ήθη τους το Ευαγγέλιο στα αρσενικά χριστιανόπουλα, κάποιοι απ’ την τάξη των ανθρώπων της εξουσίας, μόνο και μόνο για να τους αποσπάσουν χρήματα, τους παίρνουν χωρίς λόγο και αιτία, και ενάντια στον ιερό νόμο, όλα τους τα χρήματα. Η καταπίεση και η αυθαιρεσία τους δεν έχει τελειωμό(!!). […] Επειδή αιτήθηκαν να αναληφθούν ενέργειες […] και να εκδοθεί αυτοκρατορικό διάταγμα που να απαγορεύει και να αποτρέπει την καταπίεση και την αυθαιρεσία τους, όπως την εξέθεσαν, συντάχτηκε διαταγή μου, για να πάψουν να καταπιέζονται[171]

Πραγματικά πολύ εντυπωσιακό κείμενο για την απίστευτη βαρβαρότητα των τοπικών Τούρκων διοικητών εναντίον της παιδείας των Ελλήνων. Με όσα αναφέρει αυτό το φιρμάνι αποδομεί πλήρως τον βασικό κορμό της επιχειρηματολογίας των αναθεωρητών ιστορικών για την απόρριψη της ύπαρξης του κρυφού σχολειού. Σύμφωνα με αυτούς, οι Τούρκοι «δεν είχαν» κανέναν «λόγο να εμποδίσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση»[172] «γιατί αδιαφορούσαν εντελώς για τις εσωτερικές υποθέσεις των ραγιάδων»[173], αλλά και για την ίδια «τη μόρφωση», δείχνοντας έτσι μια «σχετική ανεκτικότητα έναντι των υποδούλων»[174]. Όπως όμως αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Οι Τούρκοι ενδιαφέρονταν και μάλιστα πάρα πολύ για τις ιδιωτικές υποθέσεις των Ελλήνων. Και ειδικά αν αυτές είχαν σχέση με την παιδεία και την μόρφωση, μιας και είχαν έναν πολύ καλό λόγο για να «εμποδίσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση» των υπόδουλων Ελλήνων: Το χρήμα.

Οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές απαιτούσαν τεράστια χρηματικά ποσά όχι μόνον για να δώσουν άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ενός σχολείου, αλλά ακόμη και για να επιτρέπουν στους Έλληνες να μαθαίνουν γράμματα στο σπίτι. Όπως λέει ο ίδιος ο σουλτάνος στο φιρμάνι του, οι Τούρκοι διοικητές προκειμένου να επιστρέψουν κάτι τέτοιο στους δύστυχους ραγιάδες του, τους έπαιρναν «όλα τους τα χρήματα». Και είναι πραγματικά πολύ εντυπωσιακό να βλέπουμε τον ίδιο τον σουλτάνο να ομολογεί πως «η καταπίεση και η αυθαιρεσίες» που ασκούσαν οι Τούρκοι αξιωματούχοι στους Έλληνες «δεν είχαν τελειωμό».

Sir Paul Rycaut, Άγγλος διπλωμάτης, 1678.

Ο Sir Paul Rycaut (ή Ricaut) υπήρξε Άγγλος διπλωμάτης, γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη από το 1661 έως το 1668 και μετά πρόξενος της Αγγλίας στην Σμύρνη. Ο Rycaut υπήρξε επίσης ένας θαυμάσιος ταξιδιωτικός συγγραφέας[175]. Όταν επέστρεψε στην Αγγλία, κατέγραψε τα όσα είδε και έμαθε στην Ανατολή σε ένα βιβλίο με τον τίτλο The Present State of the Greek and Armenian Churches, Anno Christi 1678, Written at the Command of his Majesty, London 1679. Όπως δηλώνεται και στην προμετωπίδα του, το βιβλίο αυτό γράφτηκε με εντολή του βασιλιά της Αγγλίας Καρόλου του Β΄[176], αποτελώντας ουσιαστικά την επίσημη αναφορά του Rycaut προς αυτόν. Εκεί ο Άγγλος διπλωμάτης περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τους ασύλληπτους διωγμούς που υφίσταντο οι χριστιανοί από τους Τούρκους, μόνον και μόνο επειδή επέμεναν να παραμένουν χριστιανοί:

«Είναι τραγικό των γκρέμισμα των ιερών της θρησκείας, η αποπομπή του βασιλικού ιερατείου και η μετατροπή των ναών σε τζαμιά. Τα μυστήρια του θυσιαστηρίου τελούνται ΚΡΥΦΑ σε μυστικές και σκοτεινές τοποθεσίες. Τέτοιες είδα στις πόλεις και τα χωριά που ταξίδεψα και μοιάζουν μάλλον με κρύπτες ή τάφους, παρά με εκκλησίες. Οι στέγες τους είναι σχεδόν στο ύψος της επιφάνειας του εδάφους, για να μην κατηγορηθεί και η ελάχιστη έξαρση του οικοδομήματος ως θρίαμβος της θρησκείας και ότι θέλουν να ανταγωνιστούν τους ψηλούς μιναρέδες των μωαμεθανικών[177]τζαμιών. Έτσι, η σταθερή εγκαρτέρηση, τώρα στις μέρες μας, της ελληνικής[178] εκκλησίας εκεί περά, παρά την καταπίεση και την περιφρόνηση που υφίσταται από τον Τούρκο[179], είναι μια επιβεβαίωση της αλήθειας της όχι λιγότερο πειστική από τα θαύματα και την δύναμη που την συνόδευαν στις πρώτες απαρχές της. Για είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το να δει και να αντιληφθεί κανείς με πόση σταθερότητα, κουράγιο και απλότητα, αμαθή και φτωχά άτομα κρατούν την πίστη τους[180]

Στο ίδιο έργο, ο Rycaut μας παρέχει μια πληροφορία με ιδιαίτερη σημασία για το δυσβάσταχτο βάρος του τουρκικού ζυγού, ως αποτέλεσμα του θρησκευτικού φανατισμού, στους χριστιανούς που ζούσαν στα ασιατικά μέρη της αυτοκρατορίας. Λέει σχετικά:

«Όμως, ενώ η χριστιανοσύνη έχει αναπτύξει την ελευθερία της στον υπέρτατο βαθμό μεταξύ των Τούρκων[181] στην Ευρώπη[182], στα ασιατικά μέρη οι ορθόδοξοι ιερείς είναι αναγκασμένοι να ζουν με προσοχή και να ιερουργούν στο σκοτάδι και με μυστικότητα, τρέμοντας τον θρησκόληπτο χαρακτήρα των Ασιανών[183] φανατικών[184]

Ήταν τέτοιο το μέγεθος και η ένταση των διωγμών εναντίον των χριστιανών σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία, ώστε σε κάποια μέρη οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν στους χριστιανούς να τελούν ούτε καν τις θρησκευτικές τελετές τους, παρά τα προνόμια που είχε η εκκλησία για την ακώλυτη άσκηση της χριστιανικής λατρείας. Αυτή η καταπίεση είχε ως αποτέλεσμα, μας αναφέρει ο Rycaut, να αναγκάζονται οι χριστιανοί να τελούν την λατρεία τους κρυφά, σε μυστικά και σκοτεινά μέρη, ενώ οι ιερείς εκτελούσαν τα καθήκοντά τους παίρνοντας όλες τις δυνατές προφυλάξεις και με κάθε μυστικότητα. Και όπως σημειώνει ο Ράνσιμαν, ο Rycaut «κατάλαβε καλά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ελληνική εκκλησία […] και ήταν καλά πληροφορημένος»[185].

Αυτό που πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα εδώ είναι ότι το φαινόμενο των συνεχών και σκληρών διωγμών εναντίον της χριστιανικής πίστης παρουσιάζονταν πολύ ισχυρό και έντονο ειδικά στην Μικρά Ασία. Οι Τούρκοι στην Ευρώπη ήταν, μας λέει ο Rycaut, πολύ πιο ανεκτικοί απέναντι στους χριστιανούς.

Κάποια χρόνια πριν, το 1667, ο ίδιος διπλωμάτης είχε γράψει ένα ολοκληρωμένο έργο για την κατάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην εποχή του, με τον τίτλο The Present State of the Ottoman Empire. Ένα έργο που το επανεξέδωσε ο ίδιος πολλές φορές, κάθε φορά διορθωμένο και συμπληρωμένο, από ένα σημείο και μετά και με νέο τίτλο: The History of the Present State of the Ottoman Empire. Το έργο μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Εκεί ο Άγγλος ευγενής αναφέρει πως ήταν τόσο μεγάλη και αφόρητη η τυραννία που ασκούσαν οι Τούρκοι στους χριστιανούς, ώστε και μόνον που υπάρχουν χριστιανοί μέσα στα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να είναι ένα αληθινό θαύμα:

«Και πράγματι δεν είναι παράδοξο για την ανθρώπινη λογική, που βλέπει την καταπίεση και την περιφρόνηση στην οποίαν είναι εκτεθειμένοι οι φτωχοί χριστιανοί, το ότι βρέθηκαν πολλοί που αποστάτησαν από την πίστη. Μάλλον είναι θαύμα, και πλήρης επαλήθευση των λόγων του Χριστού πως Πύλαι Άδου ου κατισχύσουσι της εκκλησίας Του[186], που εξακολουθεί να διασώζεται μέσα σε τόσο μεγάλη καταπίεση, και παρά την τυραννία και τα τεχνάσματα που στρέφονται εναντίον της, μια ανοιχτή και δημόσια έκφραση της χριστιανικής πίστης[187]

Το 1620 ο οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης διαμήνυε στους Ευρωπαίους αναγνώστες του πως αν είχαν κατακτήσει την Δύση οι Τούρκοι, σε δέκα χρόνια δεν θα υπήρχε εκεί ούτε ένας χριστιανός. Το 1657 ο ιησουΐτης ιερωμένος François Richard απορούσε για το πώς ήταν δυνατόν να επιβιώνει ακόμη στην «Τουρκία» η χριστιανική πίστη. Μόλις δέκα χρόνια μετά, το 1667, ο Rycaut μόνον με θαύμα του ίδιου Χριστού μπορούσε να εξηγήσει το ότι υπήρχαν ακόμη χριστιανοί στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι οποίοι τελούσαν μάλιστα δημόσια την λατρεία τους.

Σήμερα, οι Έλληνες αναθεωρητές ιστορικοί μας διαβεβαιώνουν πως είναι «ανακρίβεια» και «στερεότυπο» η αντίληψη ότι «η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν «απολίτιστη» και «καθυστερημένη», και συνεχώς βίαιη έναντι των Ελλήνων και άλλων χριστιανών»[188]. Διότι κάτω από την «οθωμανική διοίκηση» οι Έλληνες ευημερούσαν και πρόκοβαν, εξασκώντας ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, χάρις την «ανεκτικότητα» των Οθωμανών, απολαμβάνοντας έτσι, κατακτητές και κατακτημένοι, μια αξιοζήλευτη «ευνοϊκή συμβίωση»[189].

Thomas Smith, 1680.

Ο διακεκριμένος Άγγλος θεολόγος Thomas Smith, εταίρος, κοσμήτορας και αντιπρόεδρος του Magdalen College της Οξφόρδης[190], όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη έγραψε μια ειλικρινή και καλά πληροφορημένη αφήγηση για την ελληνική και την αρμενική εκκλησία[191], την οποία και δημοσίευσε το 1680, δηλαδή μια χρονιά μετά από εκείνη που δημοσίευσε ο Rycaut το δικό του έργο.

Εκεί ο Smith εκφράζει, όπως και ο Rycaut, τον θαυμασμό του για το ότι οι Έλληνες μπορούσαν και παρέμεναν χριστιανοί, παρά την φρίκη του τουρκικού ζυγού που βίωναν καθημερινά. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Smith στην προσφώνησή του Προς τον αναγνώστη:

«Εδώ θα δείτε καθαρά κάτω από πόσο μεγάλες δυσκολίες οι φτωχοί ανατολικοί Χριστιανοί[192] αγωνίζονται, και ενάντια σε πόσο ισχυρή αντίδραση διατηρούν ακόμη την χριστιανική[193] τους ιδιότητα, και πώς ο σταυρός του Χριστού[194] θριαμβεύει, παρά τους σκληρούς χλευασμούς και τις προσβολές των δεδηλωμένων εχθρών του[195]

Οι φτωχοί Έλληνες υφίσταντο καθημερινά απίστευτους εξευτελισμούς και προσβολές εκ μέρους των «ηλίθιων και αργόστροφων» Τούρκων. Και όμως, όπως μας διαβεβαιώνει ο Άγγλος επιστήμονας, αυτοί κατάφερναν να διατηρούν την πίστη τους αλώβητη και ακέραιη:

«Εν μέσω των οικτρών πιέσεων, που πλήττουν καθημερινά τους φτωχούς Έλληνες[196], και των συνεχών ταπεινώσεων και ύβρεων εκ μέρους των Τούρκων[197] (οι οποίοι είναι ηλίθιοι και αργόστροφοι), δεν είναι μικρό επιχείρημα για την αλήθεια των μεγάλων άρθρων της χριστιανικής[198] θρησκείας ότι οι χριστιανοί[199]της Ανατολής[200]εξακολουθούν να διατηρούν το σύνολο της ομολογίας των μυστηρίων της πίστεως, όπως αυτά πιστεύονταν και αναγνωρίζονταν κατά τους πρώτους καιρούς[201]

Ηλίας Μηνιάτης, 1688.

Την φρίκη του τουρκικού ζυγού περιέγραψε και ο μεγάλος διδάχος της τουρκοκρατίας, ο επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης. Ο Μηνιάτης πέθανε το 1714, σε ηλικία 45 ετών, και το 1716 κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά οι περίφημες Διδαχές του σε μια υπέροχη δημοτική γλώσσα. Αυτές αποτελούν το λαμπρότερο παράδειγμα εκκλησιαστικού ρητορικού λόγου, όπως όλοι οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας[202] με πραγματικό θαυμασμό αναγνωρίζουν. Οι Διδαχές του Μηνιάτη είχαν από την αρχή τεράστια απήχηση και διάδοση, με αλλεπάλληλες εκδόσεις και επανεκδόσεις σε χιλιάδες αντίτυπα[203]. Εκεί όμως που είχαν γίνει πάρα πολύ δημοφιλείς ήταν στα μοναστήρια, στις τράπεζες των οποίων διαβάζονταν και ξαναδιαβάζονταν συνεχώς κατά τους επόμενους δύο αιώνες του δούλου γένους.

Μία από αυτές τις διδαχές την εκφώνησε το 1688 ανήμερα του Ευαγγελισμού, όταν σπούδαζε στην Βενετία, όπως μας πληροφορεί μία υποσελίδια σημείωση στο τέλος του λόγου. Εκεί ο δεκαεννιάχρονος Μηνιάτης αναφέρει τα εξής αποκαλυπτικά για την συνθήκες ζωής των Ελλήνων κάτω από την «οθωμανική διοίκηση»:

«Έως πότε, πανακήρατε Κόρη, το τρισάθλιον γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφορήτου δουλείας; Έως πότε να του πατή τον ευγενικόν λαιμόν ο βάρβαρος Θραξ; […] Αχ, Παρθένε, ενθυμήσου πως εις την Ελλάδα πρότερον […] έλαμψεν το ζωηφόρον φως της αληθινής πίστεως. Το ελληνικόν γένος εστάθη το πρώτον οπού […] εδέχθη το θείον Ευαγγέλιον. […] Λοιπόν, εύσπλαγχνε Μαριάμ, παρακαλούμεν σε, […] ασήκωσέ το από την κοπρίαν της δουλείας εις τον θρόνο του βασιλικού αξιώματος. Από τα δεσμά εις το σκήπτρον, από την αιχμαλωσίαν εις το βασίλειον. Και αν ετούτες μας οι φωνές δεν σε παρακινούσιν εις σπλάγχνος, ας σε παρακινήσωσιν ετούτα τα πικρά δάκρυα, οπού μας πέφτουσιν από τα μάτια. Αλλ’ ανίσως και ετούτα δεν φθάνουσιν, ας σε παρακινήσωσιν αι φωναί και οι παρακάλεσες των αγίων σου, όπου ακαταπαύστως φωνάζουσιν από όλα τα μέρη της τρισαθλίου Ελλάδος, […] από την Κρήτην, […] την Κύπρον, […] την Αντιόχειαν, […] τας Αθήνας, […] την Σμύρνην, […] την Αλεξάνδρειαν, […] από την Βασιλεύουσαν Πόλιν. Και δείχνοντάς σου την σκληροτάτην τυραννίδα των αθέων Αγαρηνών ελπίζουσιν, από την άκραν σου ευσπλαγχνίαν, του ελληνικού γένους την απολύτρωσιν. […] Αποδέξου λοιπόν, Παναγία Παρθένε, τα δάκρυά μας, […] δώσε τόσην δύναμιν του ευσεβεστάτου ημών Δουκός των Ενετών εναντίον των ανθρωποκτόνων και αιμοβόρων βαρβάρων, ώστε οπού να σβησθή τελείως το φως του φεγγαρίου[204]

«Ανυπόφερτη δουλεία» και «σκληρότατη τυραννίδα» υφίστατο το «γένος των Ελλήνων», σύμφωνα και με τον επίσκοπο Ηλία Μηνιάτη, από τους «ανθρωποκτόνους και αιμοβόρους βαρβάρους». Δηλαδή οι πλέον αρνητικές και απαγορευτικές συνθήκες για την ανάπτυξη της παιδείας και την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας.

Μετά τον πρωτονοτάριο Ζυγομαλά και τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Γεράσιμο Α΄ βλέπουμε πως ένας ακόμη ανώτατος αξιωματούχος της Εκκλησίας προσεύχεται, με δάκρυα στα μάτια, για την «απολύτρωση» του «ελληνικού γένους». Τα λόγια του Μηνιάτη εκφράζουν μια πλήρως διαμορφωμένη εθνική συνείδηση, η οποία ζητάει την απελευθέρωση του έθνους από τον βάρβαρο κατακτητή, εκατό σχεδόν χρόνια πριν από την εμφάνιση του νεοελληνικού διαφωτισμού, ο οποίος υποτίθεται πως διαμόρφωσε την εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων και το όραμα της εθνικής απελευθέρωσης. Στόχος και πόθος του είναι η απελευθέρωση της «Ελλάδας». Το πιο σημαντικό σ’ αυτήν την αναφορά είναι να κατανοήσουμε το ποια είναι η Ελλάδα για τον Μηνιάτη και ποια τα γεωγραφικά της όρια. Ελλάδα λοιπόν για τον Μηνιάτη δεν είναι απλώς και μόνο το νότιο τμήμα των Βαλκανίων, αλλά η πατρίδα όλου του ελληνικού έθνους, από την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια μέχρι την Σμύρνη και την Αντιόχεια. Και όμως, οι αναθεωρητές ιστορικοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν πως «η έννοια της εθνικής απελευθέρωσης ήταν απλώς έξω από κάθε δυνατότητα σκέψης στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Ήταν, δηλαδή, απλά αδιανόητη»[205].

Αυτές οι ικεσίες του Μηνιάτη είναι προφανές πως δεν εναρμονίζονται καθόλου και με την παγιωμένη άποψη των αναθεωρητών ιστορικών ότι «το πατριαρχείο […] συνεβούλευε απειλητικά την υποταγή, διότι πάσα απείθεια ήταν αμαρτία και εναντίωση στο “θέλημα του θεού”[206]». Και δεν φαίνεται πιθανόν να μην ήξερε ο ανώτατος κληρικός Ηλίας Μηνιάτης ποια είναι η άποψη του πατριαρχείου για τα θέματα αυτά. Αλλά ακόμη και αν υποθέταμε πως ο Μηνιάτης είχε ευθέως διαφοροποιηθεί από την «επίσημη γραμμή», τότε είναι σίγουρο πως το πατριαρχείο, με τους πανίσχυρους μηχανισμούς που διέθετε, θα είχε φροντίσει ώστε οι Διδαχές του να εξαφανιστούν αμέσως από προσώπου γης, και δεν θα άφηνε να αποκτήσουν αυτήν την απίστευτη διάδοση και απήχηση, αν το ίδιο «συνεβούλευε», «απειλητικά» μάλιστα, την «υποταγή».

Γεώργιος Φατζέας, μητροπολίτης Φιλαδελφείας, 1760.

Ο Γεώργιος Φατζέας γεννήθηκε στα Κύθηρα, αλλά έδρασε ως κληρικός καιμητροπολίτης Φιλαδελφείας στην Βενετία. Εκεί εξέδωσε το 1760 το τρίτομο έργο του Γραμματική Γεωγραφική. Στον δεύτερο τόμο του έργου, όπου αναφέρεται στην Ελλάδα, μας δίνει την εικόνα της παιδείας όπως ήταν αυτή τότε, αναφέροντας τα εξής αποκαλυπτικά:

«Εις την Ελλάδα, όπου ήνθει τους παλαιούς καιρούς η σοφία και κατώκουν αι Μούσαι, δεν είναι την σήμερον Ακαδημίαι και Σπουδαστήρια, εις τα οποία να αρμώζη το ακαδημαϊκόν όνομα, επειδή η βάρβαρος τυραννία των Τούρκων δεν συγχωρεί εις τους απογόνους των Ελλήνων να επιμελούνται την γύμνασιν των επιστημών και της σοφίας, καθώς ήτον η συνήθεια των προγεννητόρων τους [207]

Όπως αναφέρει ο ιερωμένος Φατζέας το 1760, οι «απόγονοι των Ελλήνων» δεν είχαν σχολεία, διότι «η βάρβαρη τυραννία των Τούρκων» δεν τους επέτρεπε να έχουν. Οι πολύτιμες πληροφορίες που μας δίνει ο Φατζέας για τους λόγους που οι Έλληνες δεν είχαν σχολεία επί τουρκοκρατίας συνεχίζονται με την δεύτερη σχετική αναφορά που κάνει, όταν αναφέρεται στην Κρήτη:

«Είπαμεν και άλλοθεν πως το βάρβαρον γένος των Τούρκων δεν συγχωρεί να ευρίσκονται, εις τους τόπους όπου είναι υπό την τυραννίαν των, κατοικημέναι αι Μούσαι. Και επειδή η ένδοξος Κρήτη είναι υπό την αυτήν τυραννίαν, απορεί και αυτή από Ακαδημίας, καθώς και αι λοιπαί πόλεις. Μόνον κάποια σχολεία έχει της ελληνικής γλώσσης[208]

Το βάρβαρο γένος των Τούρκων δεν επιτρέπει να υπάρχουν σχολεία στα μέρη που αυτό ασκεί την τυραννική του εξουσία, αναφέρει για δεύτερη φορά ο Φατζέας. Γι’ αυτό και η «ένδοξος» Κρήτη, που είναι και αυτή κάτω από τον τουρκικό ζυγό, δεν έχει Ακαδημίες, παρά μόνον κάποια ελάχιστα σχολεία.

Το παράδειγμα της Κρήτης είναι ίσως το πιο εύγλωττο από όλα τα’ άλλα για να καταλάβουμε το βάρος του τουρκικού ζυγού και τις συνέπειες της απαγόρευσης της παιδείας από τους Τούρκους. Και αυτό διότι η Κρήτη πριν την τουρκική κατάκτηση, όσο ήταν υπό την πολύχρονη κατοχή των Βενετσιάνων, ανέδειξε πλήθος λογίων[209] και έζησε μια μακρά περίοδο ευημερίας. Ευημερία που συνοδεύτηκε από μια ασύλληπτης έκτασης ανθρωπιστική δραστηριότητα τόσο πληθωρική, που μπορούσε να εξάγει ακόμη και αντιγραφείς χειρογράφων[210]. Και φυσικά σ’ όλην αυτήν την περίοδο, «τα ελληνικά μοναστήρια, θεματοφύλακες ελληνομάθειας, είναι τα κέντρα λόγιας και φιλολογικής ενασχόλησης»[211]. Η άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών στην Κρήτη κατά την βενετοκρατία ήταν τέτοιας έκτασης και ποιότητας, ώστε να γίνεται από όλους τους ιστορικούς της ελληνικής λογοτεχνίας λόγος για Κρητική Αναγέννηση. Όλα αυτά έλαβαν τέλος με την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους[212], οι οποίοι βύθισαν το νησί σ’ ένα βαθύ σκοτάδι αμάθειας και αθλιότητας[213].

Η τρίτη και τελευταία αναφορά του Φατζέα για την απαγόρευση των σχολείων από τους Τούρκους αναφέρεται στην Μικρά Ασία:

«Η έχθρα όπου έχουν οι Τούρκοι με ταις Μούσαις δεν συγχωρεί εις τους χριστιανούς οπού κατοικούν εις τας επαρχίας της Ασίας να ταις επιμελούνται [214]

Η παρούσα αναφορά του Φατζέα εκτός του ότι για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνει την απαγόρευση των σχολείων από τους Τούρκους, εξηγεί και τον λόγο για τον οποίον το έκαναν αυτό. Και ο λόγος είναι ότι οι Τούρκοι μισούσαν την γνώση και την παιδεία, είχαν «έχθρα με τις Μούσες», όπως χαρακτηριστικά λέει. Αυτή η πληροφορία του Φατζέα είναι άκρως σημαντική και σπουδαία, όχι μόνον γιατί μαρτυρεί πως οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν την ίδρυση σχολείων, αλλά διότι μας πληροφορεί πως αυτό το έκαναν από καθαρή γνωσιομαχία.

Αδαμάντιος Κοραής, 1801.

Ο Αδαμάντιος Κοραής επιβεβαιώνει στην εποχή του όλα όσα κατά τους προηγούμενους αιώνες είχαν αναφέρει Έλληνες και ξένοι μάρτυρες για την απαγόρευση της παιδείας και των σχολείων από τους Τούρκους. Γράφει στο επαναστατικό του έργο Σάλπισμα Πολεμιστήριον, το 1801:

«Tις εξ ημών δεν εδοκίμασε την απάνθρωπον αγριότητα και ασπλαγχνίαν της διεστραμμένης των Oσμανλίδων γενεάς; Αυτοί […] μας εγύμνωσαν από την προγονικήν ημών δόξαν. […] Τους ιερούς ημών ναούς μετέβαλον εις τζαμία. […] Μας στερούσι τα αναγκαία μέσα να συστήσωμεν σχολεία εις ανατροφήν και φωτισμόν των ημετέρων τέκνων. […] Εξαιτίας των Τούρκων η κοινή πατρίς ημών, η πατρίς των τεχνών και των επιστημών, η πατρίς των φιλοσόφων και των ηρώων, έγινε σήμερον κατοικητήριον της αμαθίας και βαρβαρότητος. […] Tοιαύτα και τοσαύτα, φίλοι και αδελφοί, επάθαμεν από τοαπάνθρωπον γένος των Μουσουλμάνων

Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν σέβονταν την ελευθερία των Ελλήνων στην θρησκεία και στην παιδεία, αλλά στερούσαν από τους Έλληνες τα αναγκαία μέσα για να ιδρύσουν σχολεία, ενώ μετέτρεπαν τους ναούς σε τζαμιά. Γι’ αυτό και ήταν οι μόνοι υπεύθυνοι που η Ελλάδα είχε βυθιστεί στο σκοτάδι της αμάθειας και της βαρβαρότητας. Και ήταν τόσο βαρύς και τυραννικός ο τουρκικός ζυγός, ώστε κάθε στιγμή οι Έλληνες να υφίστανται τους μεγαλύτερους εξευτελισμούς και ταπεινώσεις, ενώ κινδύνευε συνεχώς και η ίδια η ζωή τους.

Κρήτες επαναστάτες του 1866.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης του 1821, οι σφαγές Ελλήνων που επακολούθησαν σε όλες τις περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι ασύλληπτες[215]. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη εξοντώθηκαν δέκα χιλιάδες[216]. Σ’ αυτό το αίμα των Ελλήνων πνίγηκε και η άνθηση της παιδείας που είχε υπάρξει από το 1800 και μετά, σε όλη την αυτοκρατορία. Παιδεία που άρχισε να συνέρχεται και πάλι μόνον χάρις στην πολιτική του τανζιμάτ, που προέβλεπε την παραχώρηση εκ μέρους του σουλτάνου των πλέον στοιχειωδών ελευθεριών στους χριστιανούς ραγιάδες του[217]. Η πολιτική αυτή ξεκίνησε με το διάταγμα του Γκιουλχανέ, το 1839, και ολοκληρώθηκε με το Χάττι Χουμαγιούν, το 1856, το οποίο παραχωρούσε, κάτω από την πίεση των μεγάλων δυνάμεων, μια σειρά από σημαντικά προνόμια και ελευθερίες[218]. Και ενώ μετά το Χάττι Χουμαγιούν όλα τα μέρη του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού είχαν μπει σε μια τροχιά ανάπτυξης και προκοπής, η κατάσταση στην Κρήτη παρέμενε στην ίδια αθλιότητα όπως και πριν. Και αυτό διότι οι τοπικοί διοικητές και αξιωματούχοι του νησιού αρνούνταν ευθέως να εφαρμόσουν το Χάττι Χουμαγιούν[219] και να χαλαρώσουν έστω και για λίγο τον ζυγό της δουλείας[220]. Αυτό οδήγησε τελικά στο ξέσπασμα της μεγάλης επανάστασης του 1866, με αποκορύφωμα το άφθαστο μνημείο του ελληνικού ηρωισμού, το ανυπέρβλητο Αρκάδι.

Στις 14 Μαΐου του 1866, λίγο πριν την έκρηξη της επανάστασης, οι Κρήτες έστειλαν στον σουλτάνο μια αναφορά δέκα σημείων, όπου του γνωστοποιούσαν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς στις οποίες υπέβαλλαν οι Τούρκοι αξιωματούχοι του νησιού τα νόμιμα δικαιώματά τους. Μεταξύ αυτών και το δικαίωμα της παιδείας, αλλά και της προσωπικής τους ελευθερίας. Την αναφορά τους αυτή κοινοποίησαν και σ’ όλους προξένους των ξένων δυνάμεων στο νησί. Εκεί αναφέρουν συγκεκριμένα τα εξής:

«Έκτον. Η ύπαρξις υμών είναι εις την διάκρισιν του τυχόντος Διοικητού ή υπαλλήλου της Σεβ. Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως.

Έβδομον. Εφιστώμεν ευσεβάστως την πρόνοιαν της Υμ. Α.Μ. εις την έλλειψιν σχολείων εις τα έξωθεν των τριών πόλεων τμήματα, όθεν και ευχόμεθα να είναι ελεύθερος πάσης εθνικότητος άνθρωπος, όταν έχη τα προσόντα του διδασκάλου, να εξασκή το επάγγελμά του εν ταις επαρχίαις ως εν ταις πόλεσι[221]

Οι Τούρκοι διοικητές δεν επέτρεπαν στους Έλληνες να έχουν δασκάλους και σχολεία, παρά μόνον στις τρεις μεγάλες πόλεις του νησιού, ενώ απαγόρευαν πλήρως την λειτουργία τους στις άλλες μικρότερες πόλεις και τα χωριά. Γι’ αυτό και οι Κρήτες αντιπρόσωποι παρακαλούν τον σουλτάνο να φροντίσει, ώστε να διορίζεται ελεύθερα οποιοσδήποτε μπορούσε να ασκήσει το έργο του δασκάλου, ανεξάρτητα από την εθνικότητά του. Από αυτό το αίτημα αντιλαμβανόμαστε πως εκείνο που συγκεκριμένα απαγόρευαν οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές ήταν το να διδάσκουν στο νησί δάσκαλοι με ελληνική υπηκοότητα. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να απαγορέψουν γενικά την διδασκαλία της ελληνικής παιδείας. Και όχι μόνον σε επίπεδο σχολικών μονάδων, αλλά ακόμη και σ’ εκείνο της οικοδιδασκαλίας[222].

Οι Έλληνες επαναστάτες εκτός από την αναφορά στον σουλτάνο, στις 15 Μαΐου επέδωσαν στους αντιπροσώπους των ξένων δυνάμεων στα Χανιά μυστικό υπόμνημα προς τους μονάρχες των μεγάλων δυνάμεων [223]. Εκεί αναφέρουν και τα εξής:

«Έκτοτε 35 έτη παρήλθον, και κατά το διάστημα τούτο η ζωή των πατέρων ημών και ημών των ιδίων υπήρξε σειρά καταπιέσεων, αδικιών και δυστυχημάτων. […] Η δικαιοσύνη είναι παρ’ ημίν άγνωστος. Ούτε δικαστήρια αντάξια του ονόματος έχομεν, ούτε νόμους. Διοίκησις είναι η αυθαίρετος θέλησις του αντιπροσώπου της Υψηλής Πύλης. Τα τέκνα ημών, ένεκα ελλείψεως σχολείων, ανατρέφονται εν τω σκότει της αμαθείας. […] Τα ολίγιστα σχολεία τα οποία έχομεν, συντηρούμεν σχεδόν πάντα εκ του υστερήματος ημών[224]

Ιδιαίτερη αναφορά έστειλαν οι Κρήτες αντιπρόσωποι προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, μέσω του Αμερικανού πρόξενου στο νησί W.J. Stillman, με την ίδια αναφορά για το θέμα της παιδείας[225]. Στα κείμενά τους αυτά αναφέρονται και πάλι στην απαγόρευση της παιδείας και των σχολείων που επέβαλαν στους Έλληνες του νησιού οι τοπικοί Τούρκοι Διοικητές. Σχολεία δεν υπήρχαν, με αποτέλεσμα τα παιδιά των Ελλήνων να μεγαλώνουν στο σκοτάδι της αμάθειας.

Όπως διαπιστώνουμε, η απαγόρευση της παιδείας και των σχολείων προς τους Έλληνες ραγιάδες της αυτοκρατορίας επιβάλλονταν από πολλούς τοπικούς Τούρκους διοικητές ακόμη και μετά την έκδοση του Χάττι Χουμαγιούν, πολύ μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Η περίπτωση της Κρήτης δεν είναι η μοναδική. Ανάλογα κρούσματα και συμπεριφορές από τους Τούρκους διοικητές υπήρχαν και στον Πόντο[226]. Σ’ αυτές τις περιοχές και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα μόνα σχολεία στα οποία μπορούσαν να μάθουν τα παιδιά των Ελλήνων γράμματα ήταν τα κρυφά σχολειά. Ακόμη και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Συμπεράσματα:

Οι Τούρκοι, με τον βάρβαρο και τυραννικό ζυγό που είχαν επιβάλλει, έκαναν πολλές φορές την καθημερινή ζωή των Ελλήνων ραγιάδων αφόρητη. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα που χρονικά καλύπτει όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Μέσα στα πλαίσια αυτής της καταπιεστικής και ανελεύθερης συμπεριφοράς τους, απαγόρευαν πλήρως στους Έλληνες, μεταξύ όλων των άλλων, την παιδεία και τα σχολεία. Και αυτό διότι, όπως αναφέρει ο Κριτόπουλος, στόχος τους ήταν να εξαφανίσουν οριστικά την ελληνική παιδεία και γλώσσα. Γι’ αυτό σε κάποιες πιο σπάνιες περιπτώσεις απαγόρευαν εντελώς στους Έλληνες να μιλάνε ελληνικά, όπως στην περίπτωση του διωγμού στην Αίγυπτο, το 1550, όταν έκοβαν την γλώσσα κάθε Έλληνα που απλά και μόνον τολμούσε να μιλήσει την γλώσσα του.

Το ίδιο συνέβαινε και με την θρησκευτική έκφραση των χριστιανών, παρ’ όλο που αυτή ήταν επίσημα κατοχυρωμένη από τους σουλτάνους, με τα περίφημα προνόμια προς την εκκλησία. Είδαμε παραπάνω πάρα πολλές άμεσες και σαφείς μαρτυρίες για την ύπαρξη ανελέητων διωγμών εναντίων των χριστιανών σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας σε όλες τις χρονικές περιόδους. Διωγμοί που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα είτε οι χριστιανοί να χάνουν την ζωή τους από το σπαθί και τα βασανιστήρια του βάρβαρου κατακτητή, είτε πολλές χιλιάδες από αυτούς να αρνούνται την πίστη τους και να γίνονται μουσουλμάνοι.

ΣΧΟΛΕΙΑ ΠΟΥ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ.

Μια από τις βασικότερες επιστημονικές θέσεις των αναθεωρητών ιστορικών σχετικά με την κατάσταση της παιδείας επί τουρκοκρατίας είναι πως ενώ «υπάρχουν πάμπολλες ιστορικές μαρτυρίες για αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων […] δεν υπάρχει καμία που να σχετίζεται με […] κλείσιμο σχολείων»[227]. Γι’ αυτό και «δεν έχουμε ούτε ένα παράδειγμα […] βίαιου κλεισίματος σχολείου από Τούρκους»[228]. Όμως, αμέσως παρακάτω θα παραθέσουμε και θα αναλύσουμε μια σειρά από μαρτυρίες που αναφέρονται στις αφόρητες πιέσεις που ασκούσαν οι Τούρκοι στα σχολεία που λειτουργούσαν μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας, καθώς και σε σχολεία που τα έκλεισαν βίαια.

Κωνσταντίνος Κούμας, 1777.

Η πρώτη μαρτυρία για κλείσιμο σχολείου προέρχεται από την προσωπική και γι’ αυτό ιδιαιτέρως σημαντική εμπειρία του Κωνσταντίνου Κούμα. Να σημειώσουμε πως ο Κούμας ήταν ίσως ο πιο πιστός μαθητής του Κοραή[229]. Αναφέρει ο Κούμας για τον εαυτό του όταν ήταν παιδί:

«Δεκαετής έγινε χωρίς να ιδή ούτε εκκλησίαν (διότι την μόνην της Λαρίσσης είχαν κριμνήσει οι Τούρκοι), ούτε κοινόν σχολείον, διότι εφυλάττετο έγκλειστος, δια τον φόβον των γιανιτσάρων[230]

Ο Κούμας γεννήθηκε το 1777, στην Λάρισα, και βγήκε πρώτη φορά έξω από το σπίτι του μόνον όταν έγινε δέκα χρονών, διότι οι γονείς του φοβούνταν πως αν έβγαινε έστω και για λίγο έξω από το σπίτι, θα τον άρπαζαν οι γενίτσαροι. Αυτό μας δείχνει πως δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια μετά τα ορλωφικά, η δράση των γενίτσαρων δεν επέτρεπε στα παιδιά όχι σχολείο να πάνε, αλλά ούτε και έξω από το σπίτι τους να βγουν. Την άμετρη βία και τις φρικαλεότητες των γενιτσάρων τις περιγράφει ο ίδιος ο Κούμας πολύ παραστατικά, μιας και είχε άμεση και προσωπική γνώση των όσων λέει:

«Οι άγριοι γιανίτσαροι κατέτρωγαν τους πτωχούς χριστιανούς ασπλάχνως. […] Πολλοί έπιπταν θύματα των γιανιτσάρων ατιμωρητί εις τους δρόμους. […] Η τιμή των αρρένων εθυσιάζετο εις τα άγρια πάθη των. Και όσοι φιλόστοργοι και οπωσούν ευκατάστατοι γονείς δεν υπέφεραν την αισχύνην ταύτην, ηναγκάζοντο να εξορίζωσι τα τέκνα των από τας πατρικάς των αγκάλας εις κώμας κατοικουμένας υπό μόνων χριστιανών[231]

Απερίγραπτες πραγματικά οι φρικαλέες θηριωδίες των γενίτσαρων. Λεηλατούσαν ανενόχλητοι το λιγοστό βιος των χριστιανών, σκότωναν όποτε ήθελαν όποιον ήθελαν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν, και ατίμαζαν με τον πιο άθλιο τρόπο τα αρσενικά παιδιά των ταλαίπωρων Ελλήνων. Τα ίδια αναφέρει για τους «γιανίτσαρους», όπως είδαμε, και ο Κοραής. Οι γενίτσαροι, με τον γνωστό βάρβαρο και θηριώδη τρόπο τους, γκρέμιζαν τις εκκλησίες των Ελλήνων ραγιάδων και έκλειναν σχολειά τους. Αναφέρει πάλι ο Κούμας:

«Ένα μόνον ναόν είχαν πέντε χιλιάδες κάτοικοι της πόλεως εκείνης, [της Λάρισσας], τιμώμενον εις όνομα του αγίου Αχιλλίου, και τούτον [οι γενίτσαροι] τον εκρήμνισαν, με όρκον να μη συγχωρήσωσι πλέον την ανάκτησιν του. Μετά παρέλευσιν εικοσιτεσσάρων ετών, κατά τα οποία οι χριστιανοί εστερούντο την ιεράν ταύτην παραμυθίαν […] ανεκτίσθη ο ναός ούτος επί Σελίμ Γ΄, δια φροντίδος του αξιεπαίνου μητροπολίτου Λαρίσσης Διονυσίου Καλλιάρχου κατά το 1794 έτος, οπότε ο καλός ούτος ποιμήν ανήγειρε και το παλαιόν Ελληνικόν σχολείον[232]

«Εις τας αρχάς του 1798 έτους [ο Κούμας] ανεδείχθη διδάσκαλος του Ελληνικού σχολείου της πατρίδος του Λαρίσσης, ήτις […] απέκτησε το καλόν τούτο [δηλαδή το σχολείο], το οποίον εστερείτο τριάκοντα περίπου έτη[233]

Σε μια πόλη σαν την Λάρισα, για εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν υπήρχε ούτε μία εκκλησία[234], και για σχεδόν τριάντα χρόνια ούτε ένα σχολείο. Την μία και μοναδική εκκλησία που είχε μέχρι τότε η Λάρισα, εκείνην του Αγίου Αχιλλείου, όχι μόνον την γκρέμισαν οι γενίτσαροι, αλλά είχαν ορκιστεί κιόλας πως δεν θα επέτρεπαν ποτέ το ξαναχτίσιμό της. Την εκκλησία τελικά ξαναέκτισε το 1794 ο σπουδαίος μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος Καλλιάρχης, επί Σελίμ του Γ΄, που υπήρξε ένας από τους πιο φιλελεύθερους σουλτάνους, όπως θα δούμε πιο κάτω στο Παράρτημα Α΄. Τότε ξαναχτίστηκε και το παλιό ελληνικό σχολείο της πόλης[235], επίσης χάρις στις φροντίδες του Διονυσίου.

Μετά την κατάπνιξη των ορλωφικών, η Οθωμανική αυτοκρατορία έγινε προς τους Έλληνες ραγιάδες της περισσότερο τυραννική από ποτέ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες ραγιάδες για τριάντα χρόνια να βυθιστούν στο απόλυτο σκοτάδι, στερημένοι εντελώς από σχολεία, αλλά, πολλές φορές, και από εκκλησίες. Γι’ αυτό και ο Κούμας πάλι μας αναφέρει πως

«μετά τον ρωσικόν πόλεμον του 1768-1770 έτους, εις καμμίαν πόλιν της Τουρκίας δεν επρόκοπταν οι Γραικοί ούτε εις πλούτη, ούτε εις γνώσεις[236]

Noehden, Άγγλος καθηγητής πανεπιστημίου, 1820.

Ο καθηγητής κλασσικής φιλολογίας Noehden δημοσίευσε το 1820, στο κορυφαίο φιλολογικό περιοδικό The Classical Journal, ένα άρθρο όπου περιγράφει την κατάσταση της παιδείας στην σύγχρονη Ελλάδα, δηλαδή στην υπόδουλη Ελλάδα του καιρού του. Εκεί, μεταξύ των άλλων, κάνει λόγο στους αναγνώστες του για το σχολείο που λειτουργούσε στις Μηλιές Πηλίου, το περίφημο «Γυμνάσιον ή Λύκειον Μηλιωτικόν», το οποίο ήταν, όπως εξηγεί, υπό την προστασία του πατριάρχη και όλης της Συνόδου. Και αφού αναφέρει όλα τα σχετικά με το σχολείο, καταλήγει ως εξής:

«Το Γυμνάσιον ή Λύκειον Μηλιωτικόν είναι αρκετά μακριά από το φθονερό μάτι του Τούρκου κυβερνήτη, και επιπλέον έχει διασφαλισθεί από τις επιβουλές του με ιδιαίτερα προνόμια και ασυλίες, που έχουν δοθεί στην πόλη από την κυβέρνηση[237]

Το Πήλιο ήταν κτήμα της μητέρας του σουλτάνου και υπάγονταν κατευθείαν στην Κωνσταντινούπολη, γι’ αυτό απολάμβανε μεγάλης αυτονομίας. Τα 24 χωρία του ήταν οργανωμένα σε μια από τις ισχυρότερες κοινότητες της υπόδουλης Ελλάδας. Οι κάτοικοι του ήταν απαλλαγμένοι από την βαριά φορολογία και δεν επιτρέπονταν να εγκατασταθούν εκεί Τούρκοι, ενώ οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές της Θεσσαλίας είχαν περιορισμένες δυνατότητες στα εσωτερικά τους[238]. Επίσης, το ίδιο το Μηλιωτικό Γυμνάσιο ήταν εφοδιασμένο με δικά του προνόμια και ασυλίες από την σύνοδο του πατριαρχείου[239], αλλά και από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση. Και όμως. Αυτό το σχολείο, που λειτουργούσε μέσα σε μια τόσο προνομιακή περιοχή, με τόσα προνόμια το ίδιο, κατάφερνε τελικά να ακμάσει, όπως μας πληροφορεί ο Noehden, επειδή κυρίως είχε την τύχη να βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο χωρίο, και έμενε έτσι μακριά από το φθονερό μάτι του τοπικού Τούρκου διοικητή και τις «επιβουλές» του. Τόσο μεγάλη ήταν η βία που ασκούσαν οι Τούρκοι διοικητές στα σχολεία και την παιδεία των Ελλήνων, ακόμη και αν ένα σχολείο βρίσκονταν σε ένα μέρος τόσο προνομιακό, όπως το Πήλιο, με τόσα έγγραφα και φιρμάνια να το προστατεύουν.

Συνεχίζοντας ο Noehden το άρθρο του, περιγράφει τους πολύ φιλόδοξους στόχους και τα σχέδια της Φιλομούσου Εταιρίας της Αθήνας σχετικά με την καλή λειτουργία των δύο σχολείων που επόπτευε και ενίσχυε οικονομικά: Του Γυμνάσιου της Αθήνας και των Μηλιών. Όμως, αφού τελειώνει την αφήγησή του για τους σχεδιασμούς και τα εκπαιδευτικά οράματα της Εταιρίας, κλείνει την σχετική αναφορά του ως εξής:

«Και ενώ αυτές οι θετικές και ευχάριστες ιδέες γίνονται πράξη, είναι αδύνατο να μην θυμηθούμε την δύναμη του δεσποτισμού που επικρέμεται πάνω από την χώρα, ο οποίος με την ψυχρή αρπακτικότητάτουμπορεί μονομιάς να καταστρέψει τους καρπούς των προσπαθειών πολλών επίμοχθων ετών. Αλλά, παρόλα αυτά, οι φίλοι της ανθρωπότητας οφείλουν να μη αποθαρρύνονται από το να θέτουν χείρα σε μια τόσο αξιέπαινη εργασία[240]

Οποιαδήποτε προσπάθεια για την παιδεία και την μόρφωση του υπόδουλου έθνους στην Ελλάδα, όσο μεγάλη και καλοσχεδιασμένη κι αν ήταν, μπορούσε ανά πάσα ώρα και στιγμή να καταστραφεί και εξαφανισθεί από τον βάρβαρο και απρόβλεπτο στις αντιδράσεις του τουρκικό δεσποτισμό. Γι’ αυτό και στο επόμενο παράθεμά του, ο Noehden εφιστά την προσοχή σε όλους όσους θέλουν το καλό των Ελλήνων να είναι πάρα πολύ προσεχτικοί, αφού και η παραμικρή λάθος κίνηση από μέρους τους, θα μπορούσε να τα καταστρέψει όλα.

« Όποιοι και αν είναι αυτοί που έχουν την ευημερία της σύγχρονης Ελλάδας στην καρδιά τους, μπορούν να αντιληφθούν […] το πόσο σημαντικό και απαραίτητο είναι να παραμένουν προσεχτικοί στις ενέργειές τους, και πάνω απ’ όλα να φροντίζουν, ώστε να μην δίνουν λαβές στην τουρκική κυβέρνηση. Διότι είναι δυνατόν οι καρποί ενός πολυετούς έργου να χαθούν από μια απλή επιπολαιότητα. Γιατί, τι μπορεί να αντισταθεί στην δύναμη, ή τι μπορεί να συγκρατήσει την βία εκείνης της κυβέρνησης, εάν της μπουν υποψίες, ή εάν θιγεί η υπερηφάνειά της; Οι φτωχοί Έλληνες θα είναι τα θύματα. Η προκοπή τους θα συλληφθεί, οι θεσμοί τους θα εκμηδενιστούν και αυτοί θα ωθηθούν πίσω στην κατάσταση που βρίσκονταν και πριν, της απόλυτης αδυναμίας και της πνευματικής δουλείας. Γι’ αυτό και καμιά από τις ενέργειες που γίνονται δεν θα πρέπει να έχει πολιτικό χαρακτήρα. Μ ια ζωηρή φαντασία μπορεί να συλλάβει ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας πιο πολιτισμένης κατάσταση στην Ελλάδα, που θα προέλθει από την εκπαίδευση. Όμως, είναι συνετό να ελέγξουμε αυτές τις πτήσεις της φαντασίας μας και να κρατήσουμε τέτοιου είδους σκέψεις κάτω από την σφραγίδα μιας σώφρονος σιωπής [241]

Και οι Έλληνες διαφωτιστές αλλά και οι φιλέλληνες συμπαραστάτες τους γνώριζαν πολύ καλά πως οι Τούρκοι ήταν σε θέση να κλείσουν, για την πιο ασήμαντη αφορμή, οποιοδήποτε σχολείο κατάφερνε με χίλιους δυο κόπους και βάσανα να λειτουργεί. Αυτό ακριβώς φοβόταν ο Noehden ότι μπορούσε να συμβεί και με τα σχολεία της Φιλομούσου Εταιρίας. Γι’ αυτό και δίνει προς τους φιλέλληνες αναγνώστες του όλες τις απαραίτητες οδηγίες, ώστε να μην κάνουν κάποιο λάθος που θα προκαλούσε την τουρκική βαρβαρότητα. Διότι, αν έδιναν έστω και την ελάχιστη αφορμή στην τουρκική κυβέρνηση, αυτή θα κατέστρεφε οριστικά όλο το πολύχρονο εκπαιδευτικό έργο του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ένα έργο που τότε ακριβώς βρίσκονταν στην ύψιστη ακμή του. Κι όμως, κάθε στιγμή κρέμονταν κυριολεκτικά από μια κλωστή. Γι’ αυτό και η τελευταία συμβουλή του Noehden προς όλους τους αναγνώστες του είναι να κρατάνε τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο της ελληνικής παιδείας σε «σώφρονα σιωπή». Μόνον η μυστικότητα και η εχεμύθεια μπορούσε να σώσει από τον ολοκληρωτικό αφανισμό τα σχέδια και τα οράματα των Ελλήνων διαφωτιστών και των φιλελλήνων φίλων τους για την ανάπτυξη της παιδείας των Ελλήνων.

Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων, 1821.

Τις συνέπειες της τουρκικής βίας και τυραννίας για την ίδρυση και την λειτουργία των ελληνικών σχολείων περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων. Μια μαρτυρία που βαραίνει ιδιαίτερα, καθώς ο Οικονόμος ήταν ένας από τους κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης της παιδείας των Ελλήνων πριν την επανάσταση. Στον λόγο του Προτρεπτικός προς τους Έλληνας, που έστειλε στην επαναστατημένη Ελλάδα την 1η Οκτώβρη του 1821 [242], αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, και στην στάση που κρατούσαν οι Τούρκοι απέναντι στα σχολεία και την παιδεία των Ελλήνων, λέγοντας τα εξής :

«[Οι Τούρκοι] πιστεύουν πως όλη των ανθρώπων η σοφία κατοικεί εις το Κοράνιον, και επομένως όλα τα άλλα βιβλία του κόσμου […] πρέπει να καώσι. Κατά τούτο το δόγμα των Τούρκων ποίον σχολείον ηδύνατο να σταθεί εις την Ελλάδα; Χάρις εις την πλεονεξίαν των κατά τόπους κρατούντων και εις τας συνετάς οικονομίας των εν Κωνσταντινουπόλει προυχόντων του γένους […] διατηρούντο τα πολυπαθή σχολεία μας. […] Και μεθ’ όλα ταύτα, ποσάκις εκινδύνευσαν! Το σχολείον της Κωνσταντινουπόλεως μετά τον θάνατον του γενναίου και αειμνήστου προστάτου και συνίστορος αυτού Δημητρίου Μουρούζη ημελήθη διόλου [=εντελώς], μάλλον δια φόβον, παρά δι’ άλλας ασυμφωνίας των Βυζαντινών. Το σχολείον των Κυδωνιατών ολίγον έλειψε να κατασκαφή εκ θεμελίων, αν δεν εξαγόραζον τούτο δια πολλών χρημάτων και μυρίων εφευρέσεων ο τότε μέγας διερμηνεύς και η επιμέλεια του αοιδίμου της Εφέσου μητροπολίτου Διονυσίου. Το σχολείον της Σμύρνης εδιώκετο, δια μόνον έν μεγάλον έγκλημα, ότι διδάσκει μαθηματικά και φιλοσοφία, ήγουν (κατά την τουρκικήν εξήγησιν) τακτικήν και αθεΐαν. Τοιουτοτρόπως η τουρκική δυναστεία προστάζεται από την θρησκείαν να μην θεωρεί τους υπηκόους Έλληνας άλλως πως, ή μη ως άπιστα ανδράποδα, χρεωστούντα να διάγωσιν αείποτε μωρά και τυφλά και αμαθή[243]

Το γένος είχε στ’ αλήθεια σπουδαία και αξιοθαύμαστα σχολεία κατά την ύστερη τουρκοκρατία. Όμως όλα αυτά, αποκαλύπτει ο Οικονόμος, λειτουργούσαν μόνον χάρις στα πολλά και συνεχή μπαχτσίσια που έδιναν οι Έλληνες προύχοντες στους τοπικούς πασάδες και μπέηδες. Αλλά και έτσι ακόμα, τα σχολεία αυτά κινδύνευαν ανά πάσα ώρα και στιγμή να ξεριζωθούν από τα θεμέλια τους, όποτε το μόνο που τα έσωζε ήταν και πάλι η δωροδοκία των Τούρκων, αλλά και η ακοίμητη φροντίδα των Ελλήνων προυχόντων και των ηγετών της εκκλησίας, όπως ο μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης. Γι’ αυτό και τα χαρακτηρίζει ως «πολυπαθή», πολύπαθα σχολεία, για τα οποία δεν διστάζει να εκδηλώσει την γεμάτη πόνο έκπληξή του για το πόσες φορές είχαν κινδυνέψει: «ποσάκις εκινδύνευσαν!».

Αυτά μας αναφέρει ο Οικονόμος, ο οποίος είναι ένας από τους πολύ λίγους που μπορούσαν να μιλάνε για τα θέματα της ελληνικής παιδείας της εποχής εκείνης μετά λόγου γνώσεως. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων ήταν δάσκαλος στο Φιλολογικόν Γυμνάσιον της Σμύρνης από την αρχή μέχρι το τέλος της λειτουργίας του (1809-1819). Πρόκειται για το σχολείο που το είχε ιδρύσει ο εκ των κορυφαίων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και πιστός μαθητής του Κοραή Κωνσταντίνος Κούμας, για τον οποίον τόσα αναφέραμε παραπάνω. Ο Οικονόμος ήταν προσωπική επιλογή του Κούμα και μαζί οι δυο τους λειτουργούσαν το σχολείο[244]. Το σχολείο του Κούμα υπήρξε ένα σημαντικό κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού[245], όπου ο Κούμας και ο Οικονόμος δίδασκαν σύμφωνα με το σύστημα του Κοραή[246]. Όταν λοιπόν αναφέρεται στο «σχολείον της Σμύρνης», αναφέρεται στο σχολείο του, το οποίο γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Και αυτό που μας καταθέτει είναι ότι το σχολείο διώκονταν από τους Τούρκους, διότι δίδασκε μαθηματικά και φιλοσοφία.

Το πλέον αξιοσημείωτο είναι πως ο Οικονόμος συμπίπτει απολύτως τόσο στους φόβους που εκφράζει όσο και στις κρίσεις που διατυπώνει για την συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στα σχολεία των Ελλήνων με όσα μόλις ένα χρόνο πριν είχε αναφέρει, με τον πλέον επίσημο τρόπο, ο καθηγητής Noehden. Αυτή είναι η σκοτεινή αλήθεια που κρύβεται πίσω από την λειτουργία και την λαμπρή ακμή των περίφημων ελληνικών σχολών και σχολείων πριν το 1821. Ένας διαρκής φόβος και τρόμος των Ελλήνων και ξένων διαφωτιστών μήπως κάποια στιγμή η «ανεκτική οθωμανική διοίκηση» κλείσει και ισοπεδώσει τα σχολεία τους.

Και ποιος ήταν ο λόγος που οι Τούρκοι ήθελαν συνεχώς να κλείνουν τα σχολεία των Ελλήνων; Η «μισομάθειά»[247] τους όπως μας πληροφορεί ο Οικονόμος, δηλαδή το μίσος τους για την γνώση. Ένα μίσος που τους έκανε να θεωρούν ευθέως την διδασκαλία των θετικών επιστημών ως πονηριά και αθεΐα, έχοντας τελικά έναν και μόνο στόχο: Να κρατούν τους Έλληνες συνεχώς στο σκοτάδι της αμάθειας, έτσι ώστε να μείνουν αυτοί για πάντα τυφλοί και ανόητοι, άξιοι μόνον για την σκλαβιά.

Αλληλοδιδακτικά Σχολεία Χανίων και Ρεθύμνου, 1821.

Πριν την επανάσταση του 1821 λειτουργούσαν στην Κρήτη δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα στα Χανιά και ένα στο Ρέθυμνο. Τα σχολεία αυτά λειτουργούσαν με άδεια που είχαν πάρει από τους Τούρκους διοικητές, η οποία είχε πληρωθεί με πολλά χρήματα. Όμως στα μέσα Μαρτίου του 1821, ο τουρκικός όχλος τα έκλεισε βίαια, επειδή τα θεωρούσαν ως σχολεία «αποστασίας και πολέμου» και διότι τους εξόργιζε ιδιαίτερα η αλληλοδιδακτική μέθοδος που τα σχολεία αυτά χρησιμοποιούσαν. Τα σχετικά γεγονότα περιγράφει ο Σ. Τρικούπης, ένας ιστορικός ο οποίος είχε θέσει ως θεμέλιο της συγγραφής του την πίστη στην αλήθεια και την δικαιοσύνη[248], γράφοντας έτσι ένα έργο μετρημένο, χωρίς στόμφο[249]:

«Πρό τινος καιρού, είχον συστηθή εν ταις πρωτευούσαις των Χανίων και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη διά αδράς δαπάνης, και η διδασκαλία ήτον η συνήθης, τα σχολεία ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του Μαρτίου και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν[250]

Τα σχολεία έκλεισαν. Όμως, οι δάσκαλοι που δίδασκαν σ’ αυτά δεν φυλακίσθηκαν μόνον, αλλά ένας από αυτούς εκτελέστηκε, μαζί με τον επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ. Και όλα αυτά διαπράχθηκαν από τον ασυγκράτητο και μανιασμένο τουρκικό όχλο, ο οποίος δεν υπάκουε ούτε στον Τούρκο πασά:

«Παρωργισμένοι οι Τούρκοι της Κυδωνίας εναντίον του επισκόπου της Κισάμου Μελχισεδέκ, […] μισούντες δε και τον εν τω φρουρίω αλληλοδιδάσκαλον Καλλίνικον Βερροιαίον, δια τον νέον της διδασκαλίας τρόπον, […] ώρμησαν […] και αμφοτέρους οχλαγωγικώς έρριψαν εις τα φυλακάς του φρουρίου, καίτοι εναντιουμένου του Λατίφη, πασά τότε όντος της διοικήσεως Κυδωνίας. […]

Εκ συνθήματος δε, αυθημερόν σχεδόν, απήγαγον και οι εν Ρεθύμνη Τούρκοι εκ των χωρίων τον αλληλοδιδάσκαλον Γεώργιον Βάον Σίφνιον, όστις ομοίως […] εδίδασκεν την αυτήν νέαν μέθοδον. […]

Οχλαγωγικώς, λοιπόν, μετ’ ου πολύ οι Τούρκοι [της Κυδωνίας], διαρρήξαντες την ειρκτήν, απήγαγον εις την αγχόνην […] τον αρχιερέα και [τον] ελληνοδιδάσκαλον. […] Απαγχονίσαντες δε τούτους, ετράπησαν παραχρήμα εις βιαιοπραγίας κατά χριστιανών[251]

Τελικά, ο τουρκικός όχλος

«20 χωριά και πολλά μοναστήρια έκαυσε, όσους χριστιανούς ηύρεν, όλους εξωλόθρευσεν, πνίξας, σφάξας, καύσας και κρεμάσας, και δι’ όλης δεκαπενθημερίας επώλει εν τη αγορά των Χανίων γυναίκας», όπως αναφέρει και πάλι ο Τρικούπης[252].

Ο τουρκικός όχλος, μανιασμένος και ανεξέλεγκτος, συνέλαβε τους δασκάλους των δύο σχολείων, τον Καλλίνικο στα Χανιά και τον Γεώργιο Βάο στο Ρέθυμνο, και τους έριξαν στην φυλακή. Μαζί συνέλαβαν και τον επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ. Η φυλάκιση του Καλλίνικου και του Μελχισεδέκ αποδείχτηκε ιδιαίτερα ανεπαρκής για να κατασιγάσει την ασυγκράτητη θηριωδία του όχλου των Χανίων. Γι’ αυτό κάποια στιγμή διέρρηξαν την φυλακή και τους οδήγησαν στην κρεμάλα. Και αφού τους κρέμασαν, ετράπησαν αμέσως σε απερίγραπτες θηριωδίες κατά των χριστιανών, χωρίς πια κανείς να μπορεί να τους συγκρατήσει. Ο τελικός απολογισμός της φρίκης ήταν να καούν 20 χωριά και πολλά μοναστήρια και να εξοντωθούν όλοι οι χριστιανοί της επαρχίας Κυδωνίας που έπεσαν στα χέρια του εξαγριωμένου και εξαχρειωμένου τουρκικού όχλου, ο οποίος πουλούσε επί δεκαπέντε μέρες μέσ’ την αγορά των Χανίων γυναίκες. Και όλα αυτά διότι θεώρησαν ότι τα αλληλοδιδακτικά σχολεία θα οδηγούσαν τους Έλληνες στην επανάσταση και τον πόλεμο.

Σουλτανικό φιρμάνι Χάττι Χουμαγιούν, 1856.

Η τελευταία μαρτυρία που παραθέτουμε για την απαγόρευση των ελληνικών σχολείων κατά την τουρκοκρατία προέρχεται από την κορυφαία βαθμίδα της οθωμανικής διοίκησης, από τον ίδιο τον σουλτάνο. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, μετά το 1821 η παιδεία των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να συνέρχεται μόνον με την πολιτική του τανζιμάτ, η οποία ξεκίνησε με το διάταγμα του Γκιουλχανέ, το 1839, αλλά η ουσιαστική ολοκλήρωσή της έγινε μόνον με την έκδοση του Χάττι Χουμαγιούν, το 1856. Με ρητή και συγκεκριμένη πρόβλεψη που περιλαμβάνονταν στο Χάττι Χουμαγιούν, οι χριστιανοί αποκτούσαν την δυνατότητα να επισκευάζουν και να λειτουργούν τα σχολεία τους ελεύθερα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους εμποδίσει. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει, με τον πιο επίσημο τρόπο, το κλίμα απαγόρευσης και καταπίεσης που κυριαρχούσε μέχρι τότε στην Οθωμανική αυτοκρατορία για τα θέματα αυτά. Το Χάττι Χουμαγιούν όριζε συγκεκριμένα τα εξής:

«Άρθρον Δ΄. Εις τα πόλεις, τας κωμοπόλεις και τα χωρία, εν οις ο πληθυσμός ανήκει καθ’ ολοκληρίαν εις εν θρήσκευμα, ουδέν κώλυμα θέλει παρεμβληθή εις την επισκευήν ή ανοικοδόμησιν κατά το αρχικόν σχέδιον των οικοδομών των καθιερωμένων εις την λατρείαν, των σχολείων, των νοσοκομείων και των νεκροταφείων[253]

Ο σουλτάνος, σε αντίθεση με τους αναθεωρητές ιστορικούς, γνώριζε πολύ καλά πως πολλοί τοπικοί αξιωματούχοι του όχι μόνον δεν επέτρεπαν στους χριστιανούς να ιδρύουν καινούργια σχολεία, αλλά ότι τους απαγόρευαν να επισκευάσουν ακόμη και αυτά που ήδη είχαν. Γι’ αυτό και τους διατάζει να μην βάζουν στο εξής κανένα εμπόδιο στους χριστιανούς που θα ήθελαν να επισκευάσουν ή και να ξαναχτίσουν κάποιο σχολείο τους που είχε γκρεμιστεί.

Εκεί όμως που το Χάττι Χουμαγιούν λαμβάνει ειδική μέριμνα είναι στο θέμα της ανέγερσης από τους χριστιανούς καινούργιων σχολείων. Στην περίπτωση αυτή η αρμοδιότητα για την έκδοση της σχετικής άδειας αφαιρούνταν από τους τοπικούς διοικητές και μεταφέρονταν πλέον απευθείας στην κυβέρνηση, η οποία και θα την παραχωρούσε με ειδικό σουλτανικό φιρμάνι:

«Άρθρον Δ΄. Όταν επέλθη η ανάγκη να ανεγερθώσι νέα τοιαύτα οικοδομήματα [εκκλησίες, σχολεία, νοσοκομεία], το σχέδιον και το σχήμα, εγκριθέντα υπό του πατριάρχου ή των αρχηγών της κοινότητος, θέλουσιν υποβάλλεσθαι άπαξ μόνον εις την Υψηλήν Πύλην, ήτις θέλει δέχεσθαι τα παρουσιασθέντα σχέδια και διατάσση την εκτέλεσιν αυτών σύμφωνα με Αυτοκρατορικόν Διάταγμα, όπερ προς τούτο θέλει εκδίδοσθαι[254]

Ένα διάταγμα σαν το Χάττι Χουμαγιούν δεν ήταν δυνατόν να είχε εκδοθεί αυθόρμητα από την σουλτανική εξουσία, αλλά μόνον μετά από την πολύ ισχυρή πίεση των μεγάλων δυνάμεων. Γι’ αυτό και ο υπουργός εξωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υποχρεώθηκε το 1867 να υποβάλει ειδικό υπόμνημα[255] προς αυτές σχετικά με την πιστή τήρηση και εφαρμογή του. Στο 10ο σημείο εκείνου του υπομνήματος, ο υπουργός διαβεβαίωνε τις μεγάλες δυνάμεις ότι τα σχολεία των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου λειτουργούσαν πλέον εντελώς ελεύθερα και απρόσκοπτα. Πράγμα που δείχνει πως μέχρι τότε αυτό όχι μόνον ήταν ζητούμενο, αλλά ότι τις περισσότερες φορές απλά δεν συνέβαινε καθόλου:

«10ον. Ως προς τα σχολεία τα ιδρυθέντα και διευθυνόμενα υπό των κοινοτήτων, αφίεται αυταίς η πληρεστέρα ελευθερία εκ μέρους της Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως, ήτις ουδέποτε επεμβαίνει[256]

Όμως, το πιο σημαντικό και κυρίως το πιο αποκαλυπτικό σημείο του παραπάνω υπομνήματος είναι το 1ο, στο οποίο η οθωμανική κυβέρνηση παραδέχεται ευθέως και με τον πιο επίσημο τρόπο την βαρβαρότητα και την φρίκη που είχαν βιώσει όλους τους προηγούμενους αιώνες οι χριστιανοί ραγιάδες του σουλτάνου. Αναφέρει το υπόμνημα σχετικά:

«1ον. Προ της κηρύξεως του Τανζιματίου[257],δια του Χάττι Σερίφ[258] του Γκιουλχανέ, […] η ελευθερία, η τιμή και η ιδιοκτησία των Οθωμανών υπηκόων ήσαν εκτεθειμέναι εις τους κινδύνους και τας καταχρήσεις κοινωνικού οργανισμού, εις ον και αυτή η εκτέλεσις των νόμων υπήρχεν εξηρτημένη εκ της κυριάρχου θελήσεως των εχόντων την εξουσίαν[259]

Όπως παραδέχεται με τον πιο επίσημο τρόπο η «οθωμανική διοίκηση», πριν από το τανζιμάτ η ελευθερία, η τιμή και η ιδιοκτησία των χριστιανών ραγιάδων του σουλτάνου ήταν στο απόλυτο έλεος «των εχόντων την εξουσίαν», δηλαδή των τοπικών διοικητών. Ασφαλώς οι «Οθωμανοί υπήκοοι» που ήταν τα θύματα αυτών των διοικητών δεν ήταν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της αυτοκρατορίας, αλλά οι χριστιανοί. Άλλωστε και το τανζιμάτ γι’ αυτό ακριβώς έγινε, για υπερασπιστεί και να κατοχυρώσει τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα των μη μουσουλμάνων[260], οι οποίοι μέχρι τότε ήταν τα απροστάτευτα θύματα της θηριωδίας και την τυραννίας του τελευταίου πάσα ή μπέη της αυτοκρατορίας.

Και όμως, παρά τούτη την εντυπωσιακή και τόσο επίσημη ομολογία της ίδια της Υψηλής Πύλης για την βαρβαρότητα και την τυραννία που ασκούσαν οι Τούρκοι στους χριστιανούς ραγιάδες τους όλους τους προηγούμενους αιώνες πριν το τανζιμάτ, οι αναθεωρητές ιστορικοί δεν διστάζουν να υποστηρίξουν πως «η οθωμανική περίοδος ώς και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών»[261]. Κατά την οποία, μάλιστα, οι χριστιανοί ραγιάδες απολάμβαναν μεγάλη πρόοδο και ευημερία, όπως υποστήριξαν και οι επιστημονικοί συνεργάτες του ντοκυμαντέρ 1821.

Συμπεράσματα.

Οι αναθεωρητές ιστορικοί για το θέμα της λειτουργίας των σχολείων επί τουρκοκρατίας μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχει «καμιά ιστορική πηγή που να μαρτυρεί ότι οι τουρκικές αρχές […] έκλεισαν κάποιο σχολείο»[262], γι’ αυτό και «καμιά απαγόρευση σχολείου δεν έχει επισημανθεί, κανένας, ούτε ο ελάχιστος υπαινιγμός δεν έχει εντοπισθεί στα χρόνια της τουρκοκρατίας»[263]. Έτσι, «κατά την τουρκοκρατία […] και μεγάλος αριθμός κανονικών σχολείων λειτουργούσε και κανένας δεν εμπόδιζε τη λειτουργία τους»[264]. «Οι αντίθετες πληροφορίες είναι πολύμεταγενέστερες και πρέπει να συσχετισθούν με τον θρύλο του κρυφού σχολειού»[265]. Πιο συγκεκριμένα, «η πρώτη διατύπωση της αντίληψης ότι οι Οθωμανοί κατέτρεχαν τα σχολεία των χριστιανών διατυπώνεται από τον Στέφανο Κανέλλο σε μια επιστολή του προς τον Γερμανό Iken το 1822. […] Παρόμοια άποψη δεν έχει διατυπωθεί πουθενά έως τότε»[266].

Όμως, οι μαρτυρίες του Κούμα, του Τρικούπη, του Noehden και του Οικονόμου για τα σχολεία της Λάρισας, των Χανίων και του Ρέθυμνου, τα οποία ισοπέδωσαν οι Τούρκοι, αλλά και όλων των άλλων σχολείων που λειτουργούσαν υποτίθεται ελεύθερα, αλλά με συνεχείς καθημερινούς διωγμούς και προβλήματα, επιβεβαιώνουν το ακριβώς αντίθετο. Μέσα από αυτές τις καταλυτικές για την σημασία τους μαρτυρίες μπορούμε να αντιληφθούμε την αξιοπιστία και την εγκυρότητα των παραπάνω επιστημονικών συμπερασμάτων των αποδομητών ιστορικών. Διότι είναι φανερό πως για μια ακόμη φορά αγνοούν ή παραβλέπουν τις πηγές πλήρως. Αλλά δεν αγνοούν μόνον τις πηγές, αλλά και την ειδική προς το θέμα τους βιβλιογραφία. Διότι ο Ράνσιμαν εδώ και δεκαετίες έχει αναφέρει τα εξής:

«Τα σχολεία χρειάζονταν χρήματα. Και το πατριαρχείο ήταν πάντοτε στενεμένο από χρήματα. […] Αλλά, ακόμη κι αν ακόμη βρισκόταν χρήματα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι τουρκικές αρχές στις επαρχίες θα επέτρεπαν να λειτουργήσουν ελληνικά σχολεία σε ευρεία κλίμακα. Καμιά επίσημη απαγόρευση δεν υπήρξε ποτέ. Αλλά τα σχολικά κτίρια μπορούσαν να δημευθούν και οι μαθητές να σταλούν σπίτια τους, έτσι ώστε στο τέλος να μην αξίζει να συντηρούνται τα σχολεία[267]

Αν οι αναθεωρητές ιστορικοί είχαν μελετήσει τον Ράνσιμαν, θα γνώριζαν ότι οι Τούρκοι όχι μόνον απαγόρευαν στους Έλληνες τα σχολεία και την παιδεία, αλλά ότι πολλές φορές έκλειναν ακόμη και εκείνα τα σχολεία στα οποία, μετά από γερό μπαχτσίσι, είχαν δώσει άδεια για να λειτουργούν.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.

Σύμφωνα με τον Αγγέλου, «σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία δεν σώζεται καμίαπληροφορία, έστω και έμμεση, που να μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού»[268]. Η παλαιότερη μαρτυρία γι’ αυτό προέρχεται από το 1822, σε επιστολή του Κανέλλου προς τον Γερμανό Iken[269]. Αυτό είχα αποδεχτεί και εγώ στην πρώτη έκδοση αυτής εδώ της μελέτης. Όμως πάντοτε πίστευα πως ένα τόσο σημαντικό ιστορικό γεγονός της τουρκοκρατίας, όπως το κρυφό σχολειό, θα είχε αφήσει σίγουρα κάποια ιστορικά ίχνη και μαρτυρίες που να προέρχονται ή να ανάγονται στην εποχή πριν το 1822, αλλά και πριν το 1821. Αυτή η σκέψη με έκανε να εντείνω ακόμη περισσότερο την έρευνά μου στις πηγές της προεπαναστατικής εποχής. Μια προσπάθεια που οδήγησε στην ανεύρεση νέων άγνωστων μέχρι τώρα μαρτυριών, τις οποίες παρουσιάζουμε αμέσως παρακάτω.

Α) ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΙΝ ΤΟ 1821.

Μακάριος Χριστιανόπουλος (Μαριδάκης), 1743.

Το 1743 ο ιεροκήρυκας του οικουμενικού πατριαρχείου Μακάριος Χριστιανόπουλος, ο επονομαζόμενος και Μαριδάκης, εκδίδει ένα βιβλίο με εκκλησιαστικές ομιλίες του, με τον τίτλο Βίβλος Οδηγός της Αληθείας. Εκεί, στην προσφώνησή του Εις τον Αναγινώσκοντα, εξηγεί δια μακρών στους αναγνώστες του γιατί έγραψε στην λαϊκή γλώσσα της εποχής του. Και ο λόγος δεν ήταν άλλος από την επιθυμία του για να γίνει κατανοητός από όλους, ακόμη και από αυτούς που είχαν μάθει μόνον τα στοιχειώδη γράμματα της εποχής. Ανάμεσα λοιπόν στα άλλα, γράφει ο Μακάριος και τα εξής ιδιαιτέρως σημαντικά:

«Περισσότερον με όλον τούτο βέβαια ευρίσκομαι χρεώστης εις εσένα, τέκνον, όπου μήτε ελληνικήν, μήτε λατινικήν έλαβες μάθησιν. Έμαθες να διαβάζεις ελευθέρως, ίσως μήτε ελευθέρως, εις τα απλά της εκκλησίας μας βιβλία[270]

Η παραπάνω αναφορά του ιεροκήρυκα Μακάριου είναι πραγματικά ανεκτίμητη, διότι αποτελεί την πρώτη ρητή και άμεση μαρτυρία για το κρυφό σχολειό. Μια μαρτυρία αυθόρμητη και εντελώς ανύποπτη, ήδη από το 1743. Μέσα από την αυτήν την αναφορά του Μακάριου, αντιλαμβανόμαστε ότι στην εποχή του υπήρχαν σχολεία που τα παιδιά των Ελλήνων μάθαιναν τα στοιχειώδη γράμματα ελεύθερα, αλλά υπήρχαν και κάποια άλλα σχολεία, στα οποία τα παιδιά μάθαιναν τα ίδια γράμματα όχι «ελευθέρως», αλλά παράνομα, κρυφά. Γι’ αυτό και απευθύνεται ξεχωριστά στους πρώτους και ξεχωριστά στους δεύτερους. Και γνώριζαν πολύ καλά ο καθένας απ’ αυτούς, το πόσο ελεύθερα ή όχι είχαν μάθει από τα βιβλία της εκκλησίας τα κολλυβογράμματά τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εποχή από την οποίαν προέρχεται η παρούσα μαρτυρία. Το πρώτο μισό του 18ου αιώνα ήταν μια περίοδος όπου επικρατούσε στην αυτοκρατορία σχετική ηρεμία, χωρίς πολεμικούς θριάμβους, αλλά και χωρίς πολεμικές καταστροφές[271]. Επιπλέον, το 1743 βρίσκεται στην καρδιά της πρώτης περιόδου ακμής και ανάπτυξης της ελληνικής παιδείας κατά την τουρκοκρατία, της λεγόμενης «χρυσής πεντηκονταετίας», 1720-1770, όπως θα δούμε παρακάτω στο Παράρτημα Α΄.

Αυτό σημαίνει πως το κρυφό σχολειό δεν υπήρχε μόνον κατά τις ταραγμένες και προβληματικές περιόδους της αυτοκρατορίας, αλλά ακόμη και κατά τις εποχές όπου η ελληνική παιδεία βρίσκονταν σε πλήρη άνθηση και ακμή. Αυτό το φαινομενικά παράδοξο μπορούσε να συμβαίνει διότι σε κάθε περίοδο της τουρκοκρατίας, ακόμη και στις πιο ευνοϊκές για τους Έλληνες, υπήρχαν κάποιοι καταπιεστικοί Τούρκοι διοικητές, οι οποίοι απαγόρευαν στους Έλληνες της περιοχής τους να μαθαίνουν γράμματα και να πηγαίνουν σχολείο. Ακόμη και όταν σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας χτίζονταν σχολεία και αναπτύσσονταν η παιδεία. Κι αυτό μπορούσε να συμβαίνει διότι ο κάθε διοικητής ήταν εντελώς ανεξέλεγκτος στην περιοχή του, αποφασίζοντας για τα ζητήματα και τα δικαιώματα των χριστιανών ραγιάδων του κατά το δοκούν, χωρίς να δεσμεύεται από τίποτε και από κανέναν. Και δεν ήταν μόνον οι τοπικοί διοικητές που δημιουργούσαν το πρόβλημα, αλλά επίσης οι γενίτσαροι και ο τουρκικός όχλος. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, τα σχολεία είτε σταματούσαν εντελώς την λειτουργία τους, είτε συνέχιζαν, αλλά κρυφά, «προφυλακτά από τους Τούρκους», που λέει κι ο Φωτάκος. Σ’ αυτά τα σχολεία ήταν που μάθαιναν τα Ελληνόπουλα γράμματα όχι «ελευθέρως», όπως τόσο απλά και αβίαστα λέει ο Μακάριος Χριστιανόπουλος προς τους αναγνώστες του το 1743.

Ευγένιος Βούλγαρης, 1771.

Το 1771 ο Ευγένιος Βούλγαρης δημοσίευσε ένα ανώνυμο φυλλάδιο που απευθύνεται προς την Δύση με τον τίτλο Ικετηρία του Γένους των Γραικών προς Πάσαν την Χριστιανικήν Ευρώπην[272]. Ο Βούλγαρης δημοσίευσε το φυλλάδιό του «σε μια κρίσιμη στιγμή, όταν […] ο φόβος είταν πραγματικός πως πλησίαζε η ώρα της ολοσχερούς καταστροφής»[273]. Το ίδιο το φυλλάδιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς συνιστά «μια επιδέξια υπεράσπιση του δικαιώματος των Ελλήνων να διεκδικούν την ελευθερία τους, συνδυασμένη με έναν οξύ προβληματισμό για την κατάσταση της Ελλάδας κάτω από την Τουρκική κατοχή»[274]. Εκεί ο Βούλγαρης σκιαγραφεί και την «ανεκτικότητα» που έδειχναν οι Τούρκοι προς τους Έλληνες για τα θέματα της θρησκείας και της παιδείας, αναφέροντας καταρχήν τα εξής:

«Περιττόν […] να θελήση τινάς [=κάποιος] να περιγράψη το εις όλην την Ευρώπην γνωριμότατον· δηλαδή την αθλίαν κατάστασιν των χριστιανών Γραικών, [οι οποίοι], πεσόντες υπό τον οθωμανικόν ζυγόν, στενάζουσιν ελεεινώς υπό την αιχμαλωσίαν. […] Η αρχή του δια την θρησκείαν διωγμού […] συνήργησε παραδόξως εις το να προφυλάξη την παλαιάν των Γραικών γενεάν καθάραν και απρόσμικτον. […] Ο τυραννικός ζυγός των τριακοσίων δέκα και οκτώ ετών ακόμι δεν ίσχυσε να συνηθίση τους Γραικούς εις την υποδούλωσιν[275]

Είναι περιττό να θελήσει κανείς να περιγράψει, λέει ο Βούλγαρης, αυτά που οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ήδη πολύ καλά: Την άθλια κατάσταση των Ελλήνων κάτω από την αιχμαλωσία του τουρκικού ζυγού και τον θρησκευτικό διωγμό που υφίσταντο. Και όμως, χάρις σ’ αυτόν ακριβώς τον διωγμό κατάφεραν οι Έλληνες να μείνει η αρχαία γενιά τους φυλετικά καθαρή και αμιγής. Δηλαδή η σταθερή εμμονή των Ελλήνων στην ορθόδοξη πίστη τους, παρά τους καθημερινούς διωγμούς των Τούρκων, τους κράτησε φυλετικά απόλυτα καθαρούς, ακριβώς διότι η θρησκεία τους δεν τους άφηνε να αναμιχθούν με τους αλλόθρησκους Τούρκους. Αυτό μας αναφέρει ο κορυφαίος του νεοελληνικού διαφωτισμού Ευγένιος Βούλγαρης. Γι’ αυτό και ενώ είχαν περάσει ήδη τριακόσια δεκαοχτώ χρόνια από τότε που οι Έλληνες μπήκαν κάτω από τον αφόρητο τουρκικό ζυγό, δεν μπόρεσε αυτός να τους κάνει να μάθουν στην σκλαβιά.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της σκλαβιάς και της αιχμαλωσίας εντάσσεται και η μαρτυρία του Βούλγαρη για το κρυφό σχολειό. Μια μαρτυρία έμμεση, αλλά ταυτόχρονα σαφέστατη στην διατύπωσή της:

«Είναι λοιπόν να απορεί κανείς, που κάτω από μια τέτοια βάρβαρη κυριαρχία, μέσα στην οποία το να μαθαίνεις γράμματα είναι ανώφελο, ή και επικίνδυνο, είναι στους Έλληνες τόσο σπάνιες οι τέχνες και οι επιστήμες;»

[Θαυμάζει τάχα τις, ότι υπό μίαν βαρβαρικήν Δεσποτείαν, εν ηαι μαθήσεις είναι ανωφελείς, ή και επικίνδυνοι, σπάνιαι φαίνονται μεταξύ των Γραικών αι τέχναι και αι επιστήμαι;[276]]

Δεν είναι καθόλου παράξενο, λέει ο Βούλγαρης, που οι Έλληνες δεν έχουν τέχνες και γράμματα. Διότι η κυριαρχία των Τούρκων είναι τόσο βάρβαρη, ώστε το να θελήσει κάποιος Έλληνας να μάθει γράμματα μέσα στην δική τους επικράτεια είναι ανώφελο ή ακόμη και «επικίνδυνο». Η αναφορά του Βούλγαρη σε επικίνδυνη μαθητεία παραπέμπει ευθέως στα κρυφά σχολειά. Διότι, μόνον σε μια περίπτωση μπορούσε να είναι επικίνδυνες οι «μαθήσεις», στην περίπτωση οπού σε κάποια περιοχή απαγορεύονταν εντελώς η διδασκαλία και τα σχολεία. Γι’ αυτό και όποιο τυχόν σχολείο λειτουργούσε εκεί, λειτουργούσε κρυφά από τους Τούρκους. Μια τέτοιου είδους εκπαίδευση ασφαλώς και ήταν επικίνδυνη, ακριβώς διότι ήταν παράνομη.

Το πιο σημαντικό στην παραπάνω μαρτυρία είναι πως την καταθέτει ο «πρωτόκλητος και κορυφαίος των αποστόλων του ελληνικού διαφωτισμού»[277],ο Ευγένιος Βούλγαρης. Ένας άνθρωπος ο οποίος ήξερε την κατάσταση της παιδείας των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία όσο ελάχιστοι, διδάσκοντας Νεύτωνα, Καρτέσιο και Βολταίρο στα Γιάννενα, την Κοζάνη, το Άγιο Όρος και στην Κωνσταντινούπολη για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Μέσα από αυτήν την μοναδική προσωπική του γνώση και εμπειρία, πληροφορεί όλη την πολιτισμένη Δύση πως ο λόγος για τον οποίον οι Έλληνες ήταν βυθισμένοι σε ένα βαθύ πνευματικό σκοτάδι ήταν αποκλειστικά και μόνον η τουρκική βαρβαρότητα. Δεν ήταν ούτε ο «αγροτικός χαρακτήρας των υποδούλων» [278], που έκανε «την κοινωνία να μην χρειάζεται τα γράμματα»[279], ούτε ο «μαρασμός της αστικής τάξης»[280], όπως αποφαίνονται οι αποδομητές ιστορικοί.

Δεν είναι ο Βούλγαρης ούτε ο πρώτος, ούτε ο μόνος, από όσους έζησαν και έγραψαν μέσα στην τουρκοκρατία, που αναφέρεται στον ζυγό της αιχμαλωσίας, κάτω από τον οποίο στέναζαν και υπόφεραν οι Έλληνες. Τα ίδια επαναλαμβάνουν, όπως είδαμε και πιο πάνω, ο Σχολάριος, ο Ζυγομαλάς, ο Λούκαρης και όλοι οι άλλοι συγγραφείς της εποχής εκείνης, Έλληνες και Ευρωπαίοι. Για το θέμα αυτό είναι πολύ διαφωτιστικά τα όσα αναφέρει ο Αντώνιος Μηλιαράκης, «με την ιδιοφυΐα και την οξυδέρκεια που τον διέκρινε»[281], ήδη από το 1885:

«Θα ήτο μακρός ο λόγος αν κατεγράφομεν ενταύτα όλας τας ρήσεις της οδύνης και του πόνου, δι’ ων οι συγγραφείς ή οι μεταφρασταί ανεκούφιζον, γράφοντες, το βαρύνον αυτούς ψυχικόν άλγος. Πάντα τα βιβλία της 15 μέχρι της 18 εκατονταετηρίδος, και μάλιστα οι πρόλογοι αυτών, βρίθουσι τοιούτων σχετλιασμών, δι’ ων χρωματίζεται η οικτρά και ελεεινή εικών της καταστάσεως, εν η διετέλουν πάσαι αι ελληνικαί χώραι, καθ’ όλον το μακρόν διάστημα της δουλείας[282]

Μετά από όλα αυτά, αντιλαμβανόμαστε πόσο αξιόπιστες και επιστημονικά τεκμηριωμένες είναι τελικά οι απόψεις των αναθεωρητών ιστορικών, οι οποίοι δεν διστάζουν να μας διαβεβαιώσουν πως τα περί «Τουρκοκρατίας» και περί «400 χρόνων τουρκικού ζυγού», δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας «μεγάλος Μύθος»[283].

Μάρκος Δραγούμης, περίπου 1785.

Η επόμενη μαρτυρία έχει καταγραφεί το 1855, αλλά ιστορικά ανάγεται στο 1785 περίπου, και ανήκει στον αγωνιστή του 1821 και πολιτικό Μάρκο Δραγούμη, που είχε γεννηθεί το 1770 και είχε πεθάνει το 1854. Ο Μάρκος Δραγούμης ήταν πατέρας του Νικόλαου Δραγούμη, ο οποίος Νικόλαος ήταν ένας λόγιος που ανδρώθηκε μέσα στον αγώνα με τις καλύτερες προϋποθέσεις[284]. Γράφοντας το 1855 τις αναμνήσεις του πατέρα του στο περιοδικό που εξέδιδε ο ίδιος, την Πανδώρα, αναφέρει και το εξής περιστατικό όπως του το είχε αφηγηθεί ο πατέρας του, για το πώς είχε μάθει εκείνος σαν παιδί γράμματα:

«Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων, και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννή, να φορολογή και να φονεύη τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και τα κατέτρεχον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσι την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών, ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος, έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα, και έδιδε προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν Οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν. Και αμέσως εγίνετο βαθεία σιωπή! Διότι ουαί και εις διδάσκοντας και εις διδασκομένους, εάν ο αγέρωχος διαβάτης ήκουε θόρυβον ή φωνάς μαρτυρούσας διδασκαλίαν! Ανέβαινεν όλως πνέων θυμόν εις το επίτηδες ζοφούμενον σχολείον, και εξυλοκόπει και ετραυμάτιζε και μίαν-μίαν απέσπα τας τρίχας του διδασκάλου, ένα ετύγχανε φέρων (ως σύνηθες τότε) πώγωνα!

Ως αν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν, και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό Οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων.

Δια τοιούτων κόπων και κινδύνων”, προσέθετεν επί τέλους οσάκις διηγείτο ταύτα, “εδιδασκόμεθα και εδιδάσκομεν. Και υπεμένομεν όλα καρτερικώς και αγαλλώμενοι[285]

Έντρομοι και φοβισμένοι δάσκαλοι και μαθητές πήγαιναν σε επίτηδες σκοτεινιασμένα σχολεία, ώστε να μην τους αντιληφθεί κάποιος Τούρκος ότι κάνουν μάθημα και τους δείρει ανηλεώς. Γι’ αυτό και καθ’ όλη την διάρκεια του μαθήματος έβαζαν κάποιον να προσέχει, ώστε σε περίπτωση που θα έρχονταν κανένας Τούρκος, να τους ειδοποιήσει και να σταματήσουν αμέσως το μάθημα.

Τούτη εδώ η μαρτυρία αποτελεί την άμεση κατάθεση μιας προσωπικής εμπειρίας, την οποία βίωσε ο ίδιος ο Μάρκος Δραγούμης και μετέφερε στον γιο του Νικόλαο. Γι’ αυτό, άλλωστε, κάθε φορά που ο Μάρκος Δραγούμης αφηγούνταν αυτά τα περιστατικά, τελείωνε με την ίδια επωδό, με πόσους δηλαδή κόπους και κινδύνους μάθαιναν στην εποχή του οι νέοι γράμματα.

Η μαρτυρία του Μάρκου Δραγούμη μας επιτρέπει να εξάγουμε ένα επιπλέον σημαντικό συμπέρασμα: Ότι το φαινόμενο του κρυφού σχολειού δεν περιορίζονταν μόνον στα στοιχειώδη σχολεία που λειτουργούσαν στους νάρθηκες των ναών και των μοναστηριών. Αντίθετα, διαπιστώνουμε ότι προς το τέλος της ύστερης τουρκοκρατίας ως κρυφά σχολειά λειτουργούσαν ακόμη και κάποια ανώτερα σχολεία, τα λεγόμενα Ελληνικά, στα οποία δάσκαλος δεν ήταν κάποιος παπάς ή καλόγερος, αλλά ένας μη κληρικός, που είχε σπουδάσει σε κάποιο από τα φημισμένα σχολεία της εποχής εκείνης. Ο οποίος δάσκαλος ακολουθούσε μάλιστα πιστά και τις επιταγές της τότε μόδας, που επέβαλε την διατήρηση πώγωνα!

Β) ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΠΟ ΤΟ 1821 ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ.

Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων, 1821.

Είδαμε παραπάνω πώς περιέγραψε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων τις συνέπειες της τουρκικής βίας και τυραννίας στην ίδρυση και την λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Και όλ’ αυτά στον λόγο του Προτρεπτικός προς τους Έλληνας, τον οποίον απέστειλε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Οχτώβρη του 1821 [286].

Όμως, στον ίδιο λόγο και στην ίδια ενότητα που παραθέσαμε πιο πάνω, ο Οικονόμος μας παρέχει και μια άμεση μαρτυρία για το κρυφό σχολειό. Ας παραθέσουμε και πάλι την ίδια ενότητα, συμπληρωμένη αυτήν την φορά και με την μαρτυρία για το κρυφό σχολειό:

«[Οι Τούρκοι] πιστεύουν πως όλη των ανθρώπων η σοφία κατοικεί εις το Κοράνιον, και επομένως όλα τα άλλα βιβλία του κόσμου […] πρέπει να καώσι. Κατά τούτο το δόγμα των τούρκων ποίον σχολείον ηδύνατο να σταθεί εις την Ελλάδα; Χάρις εις την πλεονεξίαν των κατά τόπους κρατούντων και εις τας συνετάς οικονομίας των εν Κωνσταντινουπόλει προυχόντων του γένους […] διατηρούντο τα πολυπαθή σχολεία μας, παριστανόμενα πάντοτε εις τους Τούρκους (ότε δεν ηδύναντο να λανθάνωσιν) ως απλά διδασκαλεία της καθ’ ημάς πίστεως και της εμπορίας. Και μεθ’ όλα ταύτα, ποσάκις εκινδύνευσαν![287]»

Το γένος είχε στ’ αλήθεια σπουδαία και αξιοθαύμαστα σχολεία κατά την τουρκοκρατία, μας λέει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, αλλά αυτά λειτουργούσαν χάρις στα πολλά και συνεχή μπαχτσίσια που έδιναν οι Έλληνες προύχοντες στους αχόρταγους για χρήματα τοπικούς πασάδες και μπέηδες, όπως αναφέραμε. Αλλά ακόμη κι αυτά δεν παρουσιάζονταν σαν Ελληνικά σχολεία, αλλά σαν απλά διδασκαλία της πίστεως, δηλαδή σαν χριστιανικοί μεντρεσέδες, ή σαν απλά εμπορικά σχολεία. Όμως, το πιο σημαντικό είναι πως τα ελληνικά σχολεία παρουσιάζονταν στους Τούρκους «καμουφλαρισμένα» μ’ αυτόν τον τρόπο, μόνον όταν δεν ήταν δυνατόν να «λανθάνουν», δηλαδή να υπάρχουν και να λειτουργούν κρυφά, χωρίς να το ξέρουν καθόλου οι Τούρκοι.

Ο Οικονόμος το 1821 ήταν ένα γνήσιο τέκνο του διαφωτισμού[288] και είχε ήδη υπηρετήσει την ελληνική παιδεία προσωπικά ο ίδιος, ως δάσκαλος, σε ένα από τα πιο προοδευτικά σχολεία του καιρού του, όπως αναλυτικά αναφέραμε παραπάνω. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος μας πληροφορεί πως πολλά από τα ελληνικά σχολεία που υπήρχαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία «ελάναθαν», δηλαδή λειτουργούσαν εν αγνοία των Τούρκων ως κρυφά σχολειά. Και είναι πολύ σημαντικό να σημειώσουμε εδώ, πως αυτά τα κρυφά σχολειά ήταν σχολεία ανώτερα, τα λεγόμενα Ελληνικά, όπου οι μαθητές μάθαιναν αρχαία ελληνικά και ρητορική με δάσκαλο, και όχι στοιχειώδη σχολεία για τα κολλυβογράμματα, στα οποία δίδασκε συνήθως κάποιος παπάς ή καλόγερος Όπως ακριβώς και το κρυφό σχολείο στο οποίο πήγαινε όταν ήταν νέος ο Μάρκος Δραγούμης.

Η πληροφορία που μας δίνει εδώ ο Οικονόμος, ότι οι Έλληνες λειτουργούσαν τα σχολεία τους σαν δήθεν σχολεία μόνον της χριστιανικής πίστης, εξηγεί νομίζω και την αναφορά στην «διδασκαλία του Ευαγγελίου», που υπάρχει στην διαμαρτυρία των κατοίκων της Κασταμονής του Πόντου, που είδαμε παραπάνω. Στον προβληματισμό του Α. Αναστασόπουλου αν «αυτή η διατύπωση εξυπηρετεί κάποια σκοπιμότητα εκ μέρους των χριστιανών» για να συνδεθεί η εκπαιδευτική διαδικασία με την κατοχυρωμένη, στα χαρτιά, θρησκευτική τους ελευθερία ή όχι[289], μπορούμε μετά και την μαρτυρία του Οικονόμου να απαντήσουμε θετικά. Οι Έλληνες παρουσίαζαν πάντοτε στους τοπικούς Τούρκους διοικητές τα σχολεία τους ως χριστιανικούς μεντρεσέδες, ώστε και τον φθόνο τους να μην κινούν, αλλά και να λειτουργούν κάτω από το καθεστώς των προνομίων προς την εκκλησία. Γι’ αυτό και η αναφορά στην διδασκαλία του Ευαγγελίου είχε καταστεί η στερεότυπη φράση των εγγράφων της τουρκικής διοίκησης για την εκπαίδευση[290] των Ελλήνων.

Στέφανο Κανέλλος, 1822.

Η επόμενη μαρτυρία είναι η γνωστή μαρτυρία του Στέφανου Κανέλλου. Χρονικά προέρχεται από το 1822, αλλά ανευρίσκεται στο έργο ενός Γερμανού λόγιου, του C. Iken, που εκδόθηκε το 1825. Πιο συγκεκριμένα, το 1822 ο Κανέλλος έγραψε στον C. Iken μια σειρά από δώδεκα επιστολές[291], με κύριο θέμα την ελληνική φιλολογία και ποίηση του καιρού του. Αυτές ο Iken το 1825 τις εξέδωσε μεταφρασμένες στα γερμανικά και σχολιασμένες απ’ τον ίδιο σε ένα δίτομο έργο, με τον τίτλο Leucothea[292]. Εκεί αναφέρει ο Κανέλλος:

«Οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τας εκκλησίας. […] Δια τούτο… [οι Γραικοί] επροσπαθούσαν […] να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως, όπου και των πτωχών τα τέκνα ανεξόδως εδιδάσκοντο[293]

Ο Κανέλλος δεν ήταν κάποιο τυχαίο πρόσωπο, αλλά ένας από τους «εκλεκτούς του νεοελληνικού διαφωτισμού»[294]. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Αγγέλου θεωρεί πως τα όσα λέει εδώ ο Κανέλλος δεν πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψιν μας, διότι δεν αποτελούν ιστορική μαρτυρία, αλλά μόνον έναν τρόπον για να δώσει στην ελληνική παιδεία «αντιστασιακό περιεχόμενο» και να προκαλέσει στον Iken αισθήματα συμπάθειας για την ελληνική επανάσταση[295]. Και για έναν ακόμη λόγο: Διότι ο Κανέλλος ήθελε να δικαιολογήσει «το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού στα μάτια των Ευρωπαίων». Γι’ αυτό και «σκέφτηκε να παρουσιάσει τους Τούρκους να εμποδίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία»[296].

Όμως, παρ’ όλ’ αυτά, ο Κανέλλος δεν ψεύδεται. Απλά, ως «λόγιος της εποχής [του ρομαντισμού], δεν διαστέλλει τον κόσμο της φαντασίας από τον κόσμο του ιστορικού παρελθόντος»[297]. Δηλαδή, ο Κανέλλος έπλασε την ιστορία των κρυφών σχολειών διότι βρίσκονταν κάτω από την επίδραση του νεοελληνικού ρομαντισμού και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το ιστορικό από το φανταστικό. Επιπλέον, ήθελε να προκαλέσει την συμπάθεια των Ευρωπαίων προς την επανάσταση, και ταυτόχρονα να δικαιολογήσει προς αυτούς το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων.

Όμως, φαίνεται εντελώς απίθανο ο Κανέλλος να είχε μπερδέψει τον ιστορικό με τον λογοτεχνικό κόσμο, αν μάλιστα αναλογιστούμε την μόρφωση και τις σπουδές του. Ο Κανέλλος ήταν ένας άνθρωπος με πολύ μεγάλη μόρφωση για την εποχή του, ενώ είχε ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με τις θετικές επιστήμες. Πιο συγκεκριμένα, είχε σπουδάσει ιατρική και φυσικές επιστήμες στα πανεπιστήμια της Βιέννης και του Βύρτσμπουργκ, στο οποίο και αναγορεύτηκε διδάκτωρ της ιατρικής το 1817 [298], ενώ δεν παραμέλησε και την επιστήμη της φιλολογίας. Το να συγχέει ένας άνθρωπος μιας τέτοιας μόρφωσης, και μάλιστα των θετικών επιστημών, την πραγματικότητα με την φαντασία δεν είναι από τα πιθανότερα σενάρια που θα μπορούσε κάποιος να αποδεχτεί. Όσο για τον αν και κατά πόσο ήθελε, ή χρειάζονταν, να προκαλέσει την συμπάθεια των Ευρωπαίων προς τους επαναστατημένους Έλληνες θα το δούμε αμέσως τώρα, στην περίπτωση του Νερουλού.

Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, 1826.

Για τον Αγγέλου, η αμέσως επόμενη μαρτυρία για το κρυφό σχολειό είναι του ιερωμένου Μισαήλ Αποστολίδη, καθηγητή της Θεολογικής σχολής, στα 1837. Όμως, πριν την μαρτυρία του Αποστολίδη, υπάρχει και μια ακόμη άκρως σημαντική μαρτυρία, αυτή του Ιάκωβου Ρίζου-Νερουλού, που ενώ ο Α. Πολίτης την είχε επισημάνει από το 1994 [299], ο Αγγέλου, τρία χρόνια μετά, την αγνοεί.

Ο Ιάκωβος (Ιακωβάκης, όπως αυτοαποκαλείται) Ρίζος-Νερουλός υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του ελληνικού δημόσιου βίου στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Φαναριώτης με αριστοκρατική καταγωγή, έτυχε μεγάλης μόρφωσης, ενώ από νωρίς κατέλαβε υψηλότατα κρατικά αξιώματα. Από το 1818 βρίσκονταν στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες ως πρωθυπουργός (premier ministre) των Ελλήνων ηγεμόνων τους, όπου και έλαβε μέρος στο επαναστατικό κίνημα του Υψηλάντη. Με την απελευθέρωση, ακολούθησε τον Καποδίστρια στην Ελλάδα και εξελέγη πρώτος γραμματέας στη Εθνοσυνέλευση του Άργους. Στην συνέχεια διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών, Εμπορικού Ναυτικού και Παιδείας, ενώ διετέλεσε σύμβουλος επικρατείας και πρώτος πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ο Νερουλός το 1826 είχε δώσει στην Γενεύη μια σειρά διαλέξεων για την νέα ελληνική φιλολογία, στα γαλλικά, οι οποίες εκδόθηκαν την επόμενη χρονιά σε βιβλίο, το οποίο επανεκδόθηκε σε δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση το 1828, και μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Εκεί, περιγράφοντας την δράση και τα έργα του πρώτου Έλληνα μεγάλου δραγουμάνου Παναγιωτάκη Νικούσιου (1613-1673) και του διαδόχου του, και σχολάρχη της Πατριαρχικής Ακαδημίας, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (1641-1709), αναφέρει τα εξής:

«Οι Τούρκοι […] απαγόρευαν αυστηρά την ίδρυση δημοσίων σχολείων, διότι φοβούνταν πως αν οι χριστιανοί μορφώνονταν, θα γίνονταν δούλοι επικίνδυνοι και δυσκυβέρνητοι»[300]. Όμως, «ο Μαυροκορδάτος, λόγω της εύνοιας και τιμής που απολάμβανε από την οθωμανική κυβέρνηση, […] εξασφάλιζε άδεια να συστήνει δημόσια σχολεία σε διάφορες πόλεις της ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας»[301].

Αλλά ακόμη κι έτσι, «οι ανώτερες σχολές των επιστημών και της φιλολογίας δεν θα μπορούσαν να ιδρυθούν, παρά μόνον ως αναμορφωτήρια ανηλίκων [Maisons de correction[302]]. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο δραγουμάνος Παναγιωτάκης [Νικούσιος] και ο διάδοχός του Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κατόρθωσαν να ιδρύσουν σχολεία σε πολλές πόλεις της ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας. […] Και έκλειναν τα στόματα των διοικητών στις επαρχίες άλλοτε με δωροδοκία και άλλοτε με την ισχυρή επιρροή που ασκούσαν οι προστάτες τους[303]

Οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρά τα σχολεία, αναφέρει ο Νερουλός. Και μόνον χάρις στις ενέργειες των δύο δραγουμάνων, του Νικούσιου και του Μαυροκορδάτου ιδρύθηκαν σε διάφορες ελληνικές πόλεις σχολεία. Σχολεία τα οποία για να ιδρυθούν έπρεπε πρώτα να καμφθούν οι αντιδράσεις των τοπικών διοικητών, τις οποίες οι δύο δραγουμάνοι έκαμπταν άλλοτε με μπαχτσίσια και άλλοτε με την επιρροή που ασκούσαν στους δύστροπους διοικητές οι υψηλοί προστάτες τους.

Οι αναθεωρητές ιστορικοί απορρίπτουν την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Ο Πολίτης θεωρεί πως τα όσα αναφέρει ο Νερουλός είναι προϊόν του «φανατισμένου κλίματος του ρομαντικού φιλελληνισμού», όταν «οι Έλληνες προσπαθούσαν τότε να δικαιολογηθούν με κάθε τρόπο στα μάτια των Ευρωπαίων»[304]. Με την μαρτυρία του Νερουλού έχει ασχοληθεί διεξοδικά ο Χ. Πατρινέλης, αναπτύσσοντας μια εκτεταμένη επιχειρηματολογία, προκειμένου να την απορρίψει και αυτός ως αναξιόπιστη. Όμως, κατά την προσπάθειά του αυτή βρίσκεται εξαρχής σε ολισθηρό έδαφος, διότι βασίζεται εξολοκλήρου στην πολλές φορές άστοχη και λανθασμένη ελληνική μετάφραση του 1870. Έτσι, ακολουθώντας την ελληνική μετάφραση, που αποδίδει λανθασμένα το Maisons de correction ως «φυλακές» αντί για «αναμορφωτήρια ανηλίκων», θεωρεί ότι είναι απίθανο να λειτουργούσε ένα σχολείο ως φυλακή, διότι οι Τούρκοι αμέσως θα το αντιλαμβάνονταν, μιας και θα μπαινόβγαιναν σ’ αυτό «εκατοντάδες μαθητές»[305].

Καταρχήν, με τα λεγόμενά του περί «εκατοντάδων μαθητών» ο αείμνηστος καθηγητής δείχνει το πόση λίγη επαφή έχουν τελικά οι αναθεωρητές ιστορικοί με την εκπαίδευση του Ελληνισμού επί τουρκοκρατίας. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, θα αναφέρω μόνον το παράδειγμα του περίφημου Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας, που το 1855, σε εποχή τανζιμάτ δηλαδή, είχε όλους κι όλους 50 μαθητές. Όσο για το επιχείρημά ότι είναι «απίθανο να λειτουργούσε ένα σχολείο ως φυλακή», ασφαλώς και θα συμφωνήσουμε μαζί του. Όμως το πρόβλημα εδώ είναι πως ο Πατρινέλης οικοδομεί τα επιχειρήματά του πάνω σε μια εντελώς λάθος μετάφραση. Γιατί ασφαλώς και δεν ήταν δυνατόν να λειτουργούν τα ανώτερα σχολεία που ίδρυαν οι δύο μεγάλοι δραγουμάνοι ως φυλακές, μπορούσαν όμως πολύ καλά να λειτουργούν ως αναμορφωτήρια.

Σύμφωνα με τον Χ.Γ. Πατρινέλη, ο Νερουλός ήταν «απαρασκεύαστος για τέτοιο έργο»[306]. Μοναδικός του στόχος ήταν «να εξάρει τον ρόλο της παραδοσιακής ηγεσίας (της Εκκλησίας και ιδίως των Φαναριωτών) στον ιστορικό βίο του γένους, γενικεύοντας, υπερβάλλοντας ή ακόμη και επινοώντας, όπως φαίνεται, ανύπαρκταγεγονότα”»[307]. Και προκειμένου να δικαιολογήσει, όπως και ο Κανέλλος λίγα χρόνια πριν, «το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού του στα μάτια των Ευρωπαίων», ισχυρίστηκε πως «για κάθε στραβό της ελληνικής πραγματικότητας έφταιγαν μονάχα οι Τούρκοι»[308].

Όμως, ο ίδιος ο Νερουλός στο κείμενό του μας λέει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που νομίζουν και φαντάζονται οι αναθεωρητές ιστορικοί. Όπως αναφέρει, όσα έγραψε σχετικά με τα σχολεία των Ελλήνων, τα έγραψε για να εξηγήσει στους Ευρωπαίους ένα άλυτο για εκείνους αίνιγμα: Πώς ήταν δυνατόν να επιτρέπουν οι Τούρκοι στους Έλληνες να έχουν τόσα πολλά σχολεία, ενώ ταυτόχρονα τους είχαν επιβάλλει έναν αφόρητο και τυραννικό ζυγό. Όπως λέει χαρακτηριστικά:

«Κάποιος είναι δυνατόν να με ρωτήσει: «Πώς είναι δυνατόν μια τέτοια κυβέρνηση όπως η οθωμανική Πύλη να επιτρέπει την ανέγερση τόσων σχολείων και Γυμνασίων στην Ελλάδα; Αυτό το αίνιγμα θα εξηγήσω[309]

Για τον Νερουλό και για όλους τους Ευρωπαίους του καιρού του, η τουρκική βαρβαρότητα ήταν κάτι παραπάνω από αυτονόητη και δεδομένη. Οι Ευρωπαίοι την γνώριζαν άλλωστε πολύ καλά από τους δικούς τους περιηγητές. Το να είναι λοιπόν οι Έλληνες καθυστερημένοι στα θέματα της παιδείας, θα ήταν για όλους το πιο κατανοητό και φυσικό πράγμα του κόσμου. Αφύσικο και εντελώς ακατανόητο για τους Ευρωπαίους ήταν αυτό που πραγματικά συνέβαινε: Το ότι δηλαδή ενώ οι Έλληνες ζούσαν κάτω από έναν τόσο αφόρητο και τυραννικό ζυγό, κατάφερναν και πολλά σχολεία να έχουν και ανεπτυγμένη παιδεία. Αυτό ήταν κάτι που οι Ευρωπαίοι δεν μπορούσαν με τίποτε να το καταλάβουν, γι’ αυτό και ο Νερουλός προσφέρθηκε να τους το εξηγήσει. Όταν λοιπόν οι αναθεωρητές ιστορικοί μας λένε πως ο Κανέλλος και ο Νερουλός έριχναν όλο το φταίξιμο στους Τούρκους επειδή ήθελαν να δικαιολογήσουν το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων, μας φανερώνουν απλά πως δεν έχουν διαβάσει το έργο Νερουλού καθόλου προσεχτικά, όσο τουλάχιστον θα έπρεπε. Διότι, αυτό που ο Νερουλός προσπαθούσε να δικαιολογήσει και να εξηγήσει στους Ευρωπαίους δεν ήταν το χαμηλό, αλλά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων!

Γ) ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ.

Το 1994 ο Αλέξης Πολίτης μας πληροφορούσε ότι μετά την μαρτυρία του Κανέλλου και του Νερουλού δεν είχε συναντήσει για το κρυφό σχολειό «πουθενά ούτε αναφορά ούτε καμιά του απήχηση. Έτσι η επόμενη μαρτυρία που διαθέτω», έλεγε, «μας πηγαίνει στα 1872»[310]. Πρόκειται για την μαρτυρία του Charles Tuckerman, πρώτου Αμερικανού προξένου στην Αθήνα. Κι όμως, τρία μόλις χρόνια μετά, το 1997, ο Αγγέλου θα παρουσίαζε τέσσερις ακόμη μαρτυρίες για το κρυφό σχολειό, μετά από εκείνην του Νερουλού και πριν από την μαρτυρία του Tuckerman, αγνοώντας κι αυτός με την σειρά του κάποιες άλλες. Πρόκειται για τις μαρτυρίες των

α) Μισαήλ Αποστολίδη, καθηγητή της Θεολογικής σχολής, 1837,

β) Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, 1842,

γ) Φίλιππου Ιωάννου, πρώτου καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, 1849, και

δ) Κωνσταντίνου Φρεαρίτη, καθηγητή της Νομικής, 1863.

Φυσικά, και αυτές οι μαρτυρίες απορρίπτονται από τον Αγγέλου ως αναξιόπιστες, καθώς χαρακτηρίζονται εξ αρχής ως προϊόντα του ρητορικού λόγου, ο οποίος από την φύση του αποστρέφεται την πραγματικότητα[311]. Δηλαδή, σύμφωνα με προσέγγιση του Αγγέλου, όλοι αυτοί, κορυφαίοι εκπρόσωποι της επιστήμης και της διανόησης του καιρού τους, όταν αναφέρονται στο κρυφό σχολειό αφήνουν στην άκρη την αξιοπιστία και την σοβαρότητά τους και γίνονται οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές ενός εξόφθαλμου ιστορικού ψεύδους.

Μισαήλ Αποστολίδης, καθηγητής πανεπιστημίου, 1837.

Ο πρώτος που αναφέρει το κρυφό σχολειό μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας είναι ο Μισαήλ Αποστολίδης. Γεννήθηκε το 1789 και υπήρξε το 1837 ένας από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου και ένας από τους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας. Στις 3 Μαΐου του 1837, την μέρα της λαμπρής τελετής των εγκαινίων του Πανεπιστημίου, ο αρχιμανδρίτης και καθηγητής πανεπιστημίου Μισαήλ εκφώνησε πανηγυρικό λόγο, τον οποίο άκουσαν οι πιο επίσημοι Έλληνες και φυσικά όλοι οι αγωνιστές. Είπε τότε ο Μισαήλ, πως οι Τούρκοι δεν άφηναν τους Έλληνες να έχουν σχολεία, για να μην «φωτιστούν». Και πως τα λίγα σχολεία που υπήρχαν οφείλονταν «εις την φυσικήν των Ελλήνων […] προς μάθησιν κλίσιν»[312]. Μια άποψη που για τον Αγγέλου είναι, φυσικά, αποτέλεσμα της κυριαρχίας του ρητορικού λόγου[313].

Σχετικά με την ιερατική ιδιότητα του Αποστολίδη, πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: Σε αντίθεση με τα όσα ανακριβή λέει ο Αγγέλου[314], ο Μισαήλ Αποστολίδης το 1837 δεν ήταν μητροπολίτης Αθηνών, αλλά απλός αρχιμανδρίτης. Και μπορεί ο Αγγέλου να βιάστηκε να τον… χειροτονήσει Μητροπολίτη Αθηνών πριν της ώρας του, όμως η πραγματικότητα είναι πως ο Μισαήλ Αποστολίδης έγινε ανώτατος κληρικός πολύ αργότερα, το 1851 (αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας), ενώ μητροπολίτης Αθηνών έγινε μόλις το 1862, όποτε και πέθανε. Ούτε να το χαρεί δεν πρόλαβε ο άνθρωπος!

Φίλιππος Ιωάννου, καθηγητής πανεπιστημίου, 1849.

Όταν ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Φίλιππος Ιωάννου παρέδιδε το 1849 την πρυτανεία στον καθηγητή της Νομικής Γεώργιο Μαυροκορδάτο, εκφώνησε τον κατάλληλο για την περίσταση λόγο. Εκεί ανέφερε ότι ελληνική νεολαία επί τουρκοκρατίας

«εδιδάσκετο λαθραίως εν υπογείοις και εν ταις οπαίς της γης, τον τύραννον διαφεύγουσα[315]

Φυσικά, και αυτή η μαρτυρία για το κρυφό σχολειό δεν θα μπορούσε για τον Αγγέλου να είναι τίποτε άλλο παρά εθνική ρητορική. Να θυμίσουμε όμως εδώ, πως ο Φίλιππος Ιωάννου γεννήθηκε το 1800, πράγμα που σημαίνει πως ανδρώθηκε και μορφώθηκε μέσα στην τουρκοκρατία, και ανήκε στον κύκλο των επιγόνων του Κοραή[316]. Διατέλεσε πρώτος καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, το 1839, εξελέγη βουλευτής του Πανεπιστημίου το 1846, και αργότερα γερουσιαστής, εξελέγη δυο φορές πρύτανης και έξι φορές κοσμήτορας της Φιλοσοφικής σχολής, ενώ για πολλά χρόνια διετέλεσε πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Το να απορρίπτουμε την μαρτυρία ενός τόσο διακεκριμένου πνευματικού ανθρώπου και επιστήμονα, μόνο και μόνο επειδή θεωρούμε πως είναι προϊόν ρητορικού λόγου, χωρίς όμως να προσάγουμε κανένα απολύτως στοιχείο που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό, νομίζω πως είναι επιστημονικά μάλλον αστήρικτο.

Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, καθηγητής πανεπιστημίου, 1863.

Το 1863, ο καθηγητής της Νομικής σχολής Κωνσταντίνος Φρεαρίτης εκφώνησε, με εντολή της πανεπιστημιακής Συγκλήτου, τον πανηγυρικό λόγο για τα εικοσπεντάχρονα της ίδρυσης και λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Το θέμα του λόγου ήταν σοβαρό και σπουδαίο, ανάλογο και αντάξιο με την περίσταση: Λόγος Γενεθλιακός περί των Τυχών και της Φύσεως της Ελληνικής Επιστήμης. Εκεί ο καθηγητής Φρεαρίτης, σ’ αυτήν την τόσο επίσημη και σημαντική στιγμή για την ελληνική επιστήμη και διανόηση, ανέφερε και τα εξής για το κρυφό σχολειό:

«Υπό του αιμοβόρου τυράννου ανελεήμονα μάστιγα, ο ταπεινός ιερεύς και ο πενιχρός Ελληνοδιδάσκαλος έντρομοι, αλλ’ άκαμπτοι και απτόητοι, συνήγον εις αφανή καταγώγια τουςτρυφερούς αυτών νεοσσούς, ίνα μυήσωσιν αυτούς εν κρυπτώ εις της ελληνικής ορθοδοξίας τα δόγματα και της ελληνικής επιστήμης τας εντολάς. Εκ των σκοτεινών δε τούτων κρυπτών εξήλθον οι πολυπληθείς εκείνοι φωτεινοί της πίστεως πατρίδος μεγαλομάρτυρες[317]

Και αυτήν την μαρτυρία ο Αγγέλου την απορρίπτει αμέσως ως αποτέλεσμα του ρομαντισμού, του ρητορισμού και της ακυριολεξίας. Όπως άλλωστε σημειώνει, οι γνώσεις των ανθρώπων της εποχής του Φρεαρίτη για τον προεπαναστατικό Ελληνισμό είχαν προχωρήσει με «βήμα σημειωτόν»[318]. Όπως θα συμπληρώσει και η Κατσιαμπούρα, «η ιστορική γνώση σχετικά με την προεπαναστατική περίοδο ήταν ασήμαντη ακόμη σε εκείνη την περίοδο»[319]. Όμως εδώ νομίζουμε πως οι διαπιστώσεις των αναθεωρητών ιστορικών παραβιάζουν όχι μόνον την επιστημονική δεοντολογία, αλλά ακόμη και την κοινή λογική.

Ο Φρεαρίτης δεν ήταν ένας δάσκαλος, ή καθηγητής Μέσης Εκπαιδεύσεως, που εκφωνούσε το λογύδριό του στα πλαίσια μιας σχολικής εορτής, για να μπορεί να αυθαιρετεί ελεύθερα. Ήταν καθηγητής του ανώτατου επιστημονικού ιδρύματος της χώρας, του Εθνικού Πανεπιστημίου, και εκφωνούσε τον πανηγυρικό λόγο για τον γιορτασμό των 25 χρόνων από την ίδρυσή του. Θέμα αυτού του λόγου του ήταν το μέλλον της επιστήμης στην Ελλάδα και είχε ως ακροατές του όχι μόνον όλους τους καθηγητές τους Πανεπιστημίου, αλλά και όλους τους διανοούμενους της εποχής εκείνης. Όσοι από τους ακροατές του ήταν από εξήντα ετών και άνω μπορούσαν να γνωρίζουν άμεσα, μέσα από την δική τους προσωπική εμπειρία, αν ο Φρεαρίτης κυριολεκτούσε ή απλώς εκτόξευε μια ρητορική πομφόλυγα. Το να υποστηρίζουμε πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν «ασήμαντη γνώση» για πράγματα και καταστάσεις που ως παιδιά και ως νέοι τα είχαν βιώσει προσωπικά οι ίδιοι, νομίζουμε πως δεν ακούγεται ιδιαίτερα πειστικό.

Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, 1873.

Ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος, ή Φωτάκος, ήταν ο πρώτος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη. Γεννήθηκε το 1798 και πέθανε το 1873. Το 1858 εξέδωσε τα πολύτιμα Απομνημονεύματά του[320], τα οποία επανεκδόθηκαν στην δεύτερη και συμπληρωμένη έκδοση τους, σε δύο τόμους, το 1899. Εκεί ο Φωτάκος, περιγράφοντας το πώς μάθαιναν οι Έλληνες γράμματα κατά την τουρκοκρατία, αναφέρει τα εξής:

«Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν δια την παιδείαν, η οποία εσυνίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα, και ολίγην αριθμητικήν ακανόνιστον. Εν ελλείψει δε διδασκάλου ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους[321]

Οι Έλληνες φρόντιζαν μόνοι τους για την παιδεία τους, αναφέρει ο Φωτάκος. Μια παιδεία η οποία προσφέρονταν από δασκάλους ή ιερείς, και περιοριζόταν στα απολύτως απαραίτητα που έπρεπε να ξέρουν οι μαθητές, να διαβάζουν, να γράφουν και να λογαριάζουν. Και αυτά τα ελάχιστα κολλυβογράμματα τα μάθαιναν στο σκοτάδι και με χίλιες προφυλάξεις, ώστε να μην τους αντιληφθούν οι Τούρκοι.

Αυτήν την ξεκάθαρη και σπουδαία μαρτυρία του Φωτάκου για το κρυφό σχολειό την αγνοεί ο Αγγέλου. Κι όμως, ο καλαμαράς Φωτάκος γεννήθηκε, μεγάλωσε και μορφώθηκε μέσα στην σκλαβιά. Αυτό σημαίνει πως ό,τι μας καταθέτει εδώ, το έζησε ο ίδιος προσωπικά ως άμεσο και προσωπικό του βίωμα. Και είναι τόσο αυθόρμητος και ανυποψίαστος ο τρόπος με τον οποίον καταθέτει την πολυτιμότατη μαρτυρία του, ώστε να μην μπορεί κανείς να του επιρρίψει την παραμικρή μομφή για εθνικιστική ρητορεία ή νεοελληνικό ρομαντισμό. Το αντίθετο συμβαίνει. Ο Φωτάκος μαρτυρεί ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της πνευματικής αντίστασης των Ελλήνων, το κρυφό σχολειό, σε μια μόνο σειρά, χωρίς να κάνει το παραμικρό επιπλέον σχόλιο.

Γεώργιος Χασιώτης, ιστορικός της εκπαίδευσης, 1881.

Ο Γεώργιος Χασιώτης υπήρξε κορυφαίος λόγιος του 19ου αιώνα, φιλόλογος και ιδρυτής του Ελληνικού Λυκείου στην Κωνσταντινούπολή και ένας επιστήμονας, ο οποίος «προσανατόλισε την ιστορική έρευνα εντελώς προς την πραγματικότητα»[322]. Αυτό ισχύει για τις συγγραφές του Χασιώτη που απευθύνονται στο ελληνικό κοινό. Όταν όμως απευθύνεται στους Ευρωπαίους, τότε περνάει, σύμφωνα με τον Αγγέλου, από την ιστορία στον ρητορικό λόγο, ερχόμενος σε αντίφαση με τον ίδιο του τον εαυτό[323].

Πιο συγκεκριμένα, το 1881 ο Χασιώτης δημοσίευσε στο Παρίσι το μεγάλο έργο του L’ Instruction Publique chez Grecs depui la Prise de Constantinople par le Turcs jusqu’à nos Jours. Εκεί ο ιστορικός της παιδείας περιγράφει τους κινδύνους που βίωναν κάθε μέρα τα Ελληνόπουλα κατά την τουρκοκρατία, προκειμένου να γλιτώσουν από την κακοποίηση των Τούρκων και το φοβερό παιδομάζωμα. Καταστάσεις που οδήγησαν στην γένεση του κρυφού σχολειού, στο οποίο αναγκάζονταν τα Ελληνόπουλα να πηγαίνουν νύχτα, μιας και την μέρα δεν κυκλοφορούσαν καθόλου, διότι κινδύνευαν να τα αρπάξουν οι Τούρκοι:

«Για μια μακρά περίοδο, η εκπαίδευση ήταν ασήμαντη. Πραγματικά, πώς να πάει κανείς σχολείο; Πώς να διασχίσει τους δρόμους; Γιατί μόλις έβγαιναν τα παιδιά από το πατρικό τους σπίτι –αλίμονο!– τα άρπαζαν οι γενίτσαροι, μια ορδή τόσο μισητή και τόσο φοβερή! Την νύχτα, με το φως της σελήνης, λέει ένα λαϊκό τραγούδι, τα Ελληνόπουλα, αψηφώντας την τουρκική σκληρότητα, έτρεχαν στα σχολεία για να πάρουν από εκεί μερικά ράκη του αρχαίου πολιτισμού της πατρίδας τους. Και συχνά, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ακουγόταν ο πνιχτός ήχος ενός σφυριού, που δούλευε για να χτιστεί ένα σχολείο[324]

Μετά από την μαρτυρία του Κοραή και –κυρίως– του Κούμα, είμαστε πλέον σε θέση να ξέρουμε πολύ καλά το πόσο ακριβής και αξιόπιστος είναι ο Χασιώτης σε ότι αναφέρει. Διότι την φρίκη που βίωναν τα Ελληνόπουλα κατά την τουρκοκρατία από τους γενίτσαρους, ο Κούμας την είχε ζήσει ο ίδιος προσωπικά, όπως ακριβώς την περιγράφει εδώ ο Χασιώτης. Και όμως. Αυτήν την ακριβέστατη αναφορά του Χασιώτη, ο Αγγέλου την απορρίπτει εκ των προτέρων ως αναξιόπιστη, διότι την θεωρεί ως ένα τυπικό παράδειγμα του ρητορικού λόγου, ο οποίος είχε ως στόχο να συγκινήσει το αλλοδαπό του ακροατήριο[325].

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Αγγέλου αυτή η ρητορική αναφορά του Χασιώτη έρχεται σε φανερή αντίθεση και με την γραμμή που υποτίθεται πως ακολουθούσε ο ίδιος σε όλα τα ελληνόφωνα συγγράμματά του. Μια γραμμή που τον οδηγούσε στο να παραμένει απόλυτα πιστός στην ιστορική έρευνα και ακρίβεια.

Αλλά έπασχε ο Χασιώτης από τέτοιο διχασμό της επιστημονικής του προσωπικότητας, ώστε άλλα να λέει μέσα κι άλλα έξω; Νομίζω πως όχι. Ο Χασιώτης είχε χαράξει μια ενιαία επιστημονική γραμμή, την οποία ακολουθούσε παντού και πάντα με αταλάντευτη συνέπεια. Αυτό φαίνεται και από το κείμενο του Χασιώτη που παραθέτει και ο Αγγέλου, όπου λέγονται τα εξής:

«Το σχολείον της κοινότητος ή της χώρας ην ταπεινός τις πρόναος ή αφανές οίκημα, περιδεώς κλειόμενον και ανοιγόμενον, ένθα οι μαθηταί, επί ψαθίων καθήμενοι οκλά, εδιδάσκοντο τα κολλυβογράμματα[326]

Είναι απορίας άξιον πώς ο Αγγέλου δεν πρόσεξε ότι αυτό που περιγράφει εδώ ο Χασιώτης είναι ακριβώς η λειτουργία του κρυφού σχολειού. Διότι, μόνον σε μια περίπτωση θα υπήρχε λόγος ένα σχολείο να λειτουργεί σε «αφανές» κτήριο, το οποίο οι μαθητές του θα το άνοιγαν και θα το έκλειναν «περιδεώς», δηλαδή με φόβο και τρόμο: Στην περίπτωση που αυτό θα ήταν ένα σχολείο παράνομο, δηλαδή ένα σχολειό κρυφό. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαν κάθε λόγο τα Ελληνόπουλα να τρέμουν όταν άνοιγαν ή έκλειναν την πόρτα του «σχολείου» τους. Διότι θα ήξεραν πολύ καλά πως αν τους αντιλαμβάνονταν οι Τούρκοι θα υφίσταντο όλα εκείνα τα δεινά, που με τόση ενάργεια περιέγραψε ο Μάρκος Δραγούμης στον γιο του Νικόλαο, και ο Νικόλαος Δραγούμης σε μας.

Τέλος, την ύπαρξη του κρυφού σχολειού αποδέχεται και ο επίσης πολύ σημαντικός ιστορικός της παιδείας επί τουρκοκρατίας, ο Τρύφων Ευαγγελίδης, ο οποίος στον πρόλογο του βιβλίου του αναφέρει τα εξής:

«Οι χρόνοι ήσαν σκοτεινοί και ζοφεροί δια το γένος, η δε καλλιέργεια των γραμμάτων επικίνδυνον εγχείρημα και όμως, παρ’ όλους τους απαγορευτικούς νόμους των Τούρκων, […] οι Έλληνες κρυφά και εν παραβύστω εκαλλιέργουν τας Μούσας[327]

Rene Puaux (Πυώ), Γάλλος δημοσιογράφος, 1913.

Η επόμενη μαρτυρία μας αποκαλύπτει πως κρυφά σχολειά υπήρχαν ακόμη και μέχρι και τον 20 αιώνα, στις περιοχές που ο Ελληνισμός παρέμενε ακόμη υπόδουλος στους Τούρκους. Πιο συγκεκριμένα, ο Γάλλος δημοσιογράφος Rene Puaux (Πυώ) περιηγήθηκε το 1913 την Ήπειρο, αμέσως μόλις απελευθερώθηκαν τα εδάφη της από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι μόλις είχαν απαλλαγεί από τον τουρκικό ζυγό, έμαθε έκπληκτος και τα εξής, σχετικά με τους περιορισμούς και την καταπίεση που ασκούσαν οι Τούρκοι στους Έλληνες, ως προς την παιδεία και τα σχολεία τους:

«Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα. Χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για την μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωες της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;[328]»

Την παραπάνω μαρτυρία γνωστοποίησε για πρώτη φορά ο Κακριδής το 1998, από τις στήλες του Βήματος[329]. Εκεί αποπειράθηκε να υποστηρίξει, με κάθε επιφύλαξη, πως ίσως και να υπάρχει τελικά έστω και μια ελάχιστη πιθανότητα να μην είναι το κρυφό σχολείο τόσο μύθος, όσο το θέλει η ιστορική αποδόμηση. Κλείνει μάλιστα το δημοσίευμά του λέγοντας με σεμνότητα: «Πολύ θα θέλαμε να ακούσουμε τη γνώμη των ιστορικών». Στην δημοσίευση του Κακριδή απάντησε ο Α. Λιάκος, ο οποίος θεωρεί ότι τα όσα αναφέρει ο Γάλλος δημοσιογράφος «δεν παραπέμπουν στην ύπαρξη «κρυφού σχολειού» στην Ήπειρο κατά τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης»[330].

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΟΥΣΑΝ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΣΧΟΛΕΙΑ.

Όσοι αμφισβητούν την ύπαρξη του κρυφού επαναλαμβάνουν σταθερά πως δεν υπήρξε καμιά επίσημη απαγόρευση της παιδείας των Ελλήνων από μέρους των Τούρκων, ώστε να υπάρξει η ανάγκη για κρυφά σχολειά. Όμως, αν σουλτάνος δεν εξέδωσε ποτέ οποιοδήποτε φιρμάνι για να απαγορεύσει στους Έλληνες να μαθαίνουν γράμματα ή να έχουν σχολεία, «οι επαρχιακοί διοικητές μπορούσαν να είναι όσο καταπιεστικοί ήθελαν. Και πολλοί από αυτούς θεωρούσαν την εκπαίδευση των μειονοτήτων ως το περισσότερο ανεπιθύμητο πράγμα»[331], όπως παρατηρεί ο Ράνσιμαν. «Αυτό σημαίνει πως τα σχολικά κτίρια μπορούσαν να δημευθούν και οι μαθητές να σταλούν σπίτια τους, έτσι ώστε στο τέλος να μην αξίζει να συντηρούνται τα σχολεία»[332]. Οι μαρτυρίες του Χριστόφορου Άγγελου, του Sandys, του Κριτόπουλου, του Μελέτιου Πηγά, του Ζυγομαλά, του Κύριλλου Λούκαρη, του Rycaut και τόσων άλλων που αναφέραμε, τεκμηριώνουν πλήρως την άποψη του Ράνσιμαν. Εκεί βλέπουμε πως οι Τούρκοι και τα σχολεία απαγόρευαν και την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας καταδίωκαν, ενώ σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις έκοβαν ακόμη και τις γλώσσες εκείνων που τολμούσαν να μιλάνε μόνον ελληνικά, όπως μας αναφέρει το 1598 ο Μελέτιος Πηγάς.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής:

Το κρυφό σχολειό ήταν μια ιστορική κατάσταση που όχι μόνον υπήρξε, αλλά αφορούσε όλη την τουρκοκρατία και όχι μόνον τους «σκοτεινούς αιώνες» της «πρώτης» τουρκοκρατίας, όπως νομίζουν πολλοί μελετητές που αποδέχονται την ύπαρξή του[333]. Το κρυφό σχολειό τέμνει κάθετα όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας, φτάνοντας μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, όπως μας αποκαλύπτουν οι μαρτυρίες του Μάρκου Δραγούμη και του Φωτάκου, και μέχρι τις παρυφές του 20ου, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ρενέ Πυώ. Τέλος, πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως τα κρυφά σχολεία ήταν κυρίως σχολεία της στοιχειώδους παιδείας, αλλά στην ύστερη τουρκοκρατία υπήρχαν κρυφά σχολειά και της ανώτερης, δηλαδή Ελληνικάσχολεία.

Ειδικά τους δύο πρώτους αιώνες, οι οποίοι ήταν η εποχή του «παχυτάτου σκότους»[334], η μόνη σχεδόν μορφή σχολείου που υπήρχε στον υπόδουλο Ελληνισμό ήταν το κρυφό σχολειό. Γιατί, ενώ καθ’ όλην αυτήν την περίοδο δεν αναφέρονται παρά ελαχιστότατα σχολεία σ’ όλη την αυτοκρατορία, στις χιλιάδες εκκλησίες των ελληνικών πόλεων και χωριών και παπάδες υπήρχαν, που λειτουργούσαν σ’ αυτές, και ψάλτες που έψελναν, αλλά και γραμματικοί που συνέτασσαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα της κάθε κοινότητας, με πρώτες και καλύτερες τις φορολογικές καταστάσεις. Όλοι αυτοί ήξεραν, έστω και στοιχειωδώς, να διαβάζουν και να γράφουν. Και επειδή δεν έχουμε την παραμικρή αναφορά για τα σχολεία στα οποία όλοι αυτοί οι χιλιάδες άνθρωποι μάθαιναν γράμματα, γίνεται φανερό πως ήταν σχολειά κρυφά. Διότι μόνον έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η μη διάσωση έστω και της πιο μικρής αναφοράς για την ύπαρξη και την λειτουργία τους.

Οι τουρκικοί παράγοντες που δίωκαν ευθέως την παιδεία και τα σχολεία των υπόδουλων Ελλήνων και κατέστησαν έτσι απαραίτητη την δημιουργία και την λειτουργία του κρυφού σχολειού ήταν

α΄) η βιαιότητα με την οποία κάποιοι τοπικοί Τούρκοι διοικητές δίωκαν άμεσα ή έμμεσα την παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων ή τα υπέρογκα ποσά που ζητούσαν κάποιοι άλλοι για να δώσουν την απαιτούμενη άδεια για την ίδρυση και την λειτουργία του σχολείου,

β΄) ο τρόμος των γενίτσαρων και

γ΄) η εχθρική συμπεριφορά των τοπικών μουσουλμανικών πληθυσμών προς τους χριστιανούς συμπολίτες τους.

Α) Οι Τοπικοί Διοικητές.

Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα για την ίδρυση και την λειτουργία ενός σχολείου κατά την τουρκοκρατία ήταν το να δώσει ο τοπικός Τούρκος διοικητής την σχετική άδεια. Ασφαλώς ορισμένοι διοικητές έδιναν εύκολα άδεια, χωρίς πολλές αντιδράσεις ή απαιτήσεις. Όμως πάρα πολλοί άλλοι δεν έδιναν ποτέ άδεια για να λειτουργήσει σχολείο στην περιοχή τους.

Άλλοι πάλι δέχονταν να δώσουν την σχετική άδεια, αλλά απαιτούσαν γι’ αυτήν υπέρογκα χρηματικά ποσά. Και όπως διαπιστώνουμε από το σημαντικότατο παράδειγμα της Κασταμονής, οι Τούρκοι διοικητές όχι μόνον δεν «αδιαφορούσαν για τις εσωτερικές υποθέσεις των ραγιάδων»[335], αλλά είχαν έντονο ενδιαφέρον για όλες τις εσωτερικές υποθέσεις των Ελλήνων και ειδικά για την παιδεία τους, την οποία και δεν είχαν καμιά διάθεση να επιτρέψουν, αν δεν έπαιρναν το ανάλογο βαρύ αντάλλαγμα. Ακόμη και να επρόκειτο όχι για ίδρυση και λειτουργία σχολείου, αλλά απλώς και μόνον για κατ’ οίκον μαθήματα.

Τέλος, υπήρχαν περιπτώσεις όπου ενώ κάποιος διοικητής έδινε την σχετική άδεια, μετά το σχολείο που είχε ιδρυθεί έκλεινε με την βία από τον ίδιο ή από κάποιον επόμενο διοικητή, ενώ δημεύονταν η περιουσία του και οι μαθητές στέλνονταν στα σπίτια τους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ταλαίπωροι ραγιάδες «έφτιαχναν» το μοναδικό σχολείο που μπορούσε να ξεφύγει από την μανία του κατακτητή, δηλαδή το κρυφό σχολειό.

Β) Οι Γενίτσαροι.

Οι γενίτσαροι ήταν ένα στρατιωτικό σώμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το οποίο σκορπούσε για πολλούς αιώνες ανείπωτη φρίκη και δυστυχία στους υπόδουλους Έλληνες. Και επειδή πολλές φορές δρούσαν εντελώς ανεξέλεγκτα, ήταν απαραίτητη η άμεση επέμβαση ακόμη και του ίδιου σουλτάνου, προκειμένου να κοπάσει κάπως η ασυγκράτητη αγριότητά τους[336].

Εξαιτίας τους, πάμπολλες δυστυχισμένες χριστιανές μανάδες κρατούσαν τα μικρά τους αγόρια για χρόνια ολόκληρα κλεισμένα μέσα στο σπίτι, επειδή δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να πέσουν στα άγρια χέρια τους και να υποστούν όλες εκείνες τις ατιμίες, που καμία ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει. Εκτός από τους φόνους, τις καταστροφές και τους αμέτρητους εξευτελισμούς και ταπεινώσεις που επέφεραν στους ανυπεράσπιστους χριστιανούς, ένα ακόμη από τα «ανδραγαθήματά» τους ήταν και η κατεδάφιση εκκλησιών και σχολείων, όπως πληροφορούμαστε από την μαρτυρία του Κούμα. Χάρις σ’ όλα αυτά τα κατορθώματά τους, οι γενίτσαροι αποτέλεσαν τον δεύτερο λόγο για την δημιουργία του κρυφού σχολειού κατά την τουρκοκρατία.

Γ) Ο Τουρκικός Όχλος.

Ο τρίτος παράγοντας που δίωκε την ελληνική παιδεία και κυρίως τα σχολεία ήταν ο τουρκικός όχλος. Την αφόρητη πίεση και τυραννία που ασκούσαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι μιας περιοχής στους Έλληνες συμπολίτες τους την έχει επισημάνει με απόλυτη σαφήνεια ο Κωνσταντίνος Κούμας:

«Εις τα πόλεις τας κατοικουμένας το πλείστον μέρος υπό Τούρκων έπασχαν οι άθλιοι [Έλληνες] κακά μεγάλα, ως επί το πλείστον από την κατωτέραν μερίδαν του έθνους τούτου[337]

Στις πόλεις που κυριαρχούσε το τουρκικό στοιχείο οι χριστιανοί περνούσαν τα πάνδεινα από τους ίδιους τους Τούρκους συντοπίτες τους. Δηλαδή από τον απλό λαό, ο οποίος είχε όλη την «καλή» διάθεση να βασανίζει τους χριστιανούς ραγιάδες με τον ίδιο ζήλο, όπως και οι Τούρκοι διοικητές. Το πόσο δίκιο έχει σε αυτήν την τοποθέτησή του ο Κούμας καταδεικνύεται από τα όσα συνέβησαν στο Ρέθυμνο και στα Χανιά τον Μάρτη του 1821, όταν η μανία του βάρβαρου και ανεξέλεγκτου τουρκικού όχλου οδήγησε στο κλείσιμο των αλληλοδιδακτικών σχολείων που λειτουργούσαν εκεί και στο όργιο των σφαγών και των λεηλασιών που ακολούθησαν.

Τελείως αντίθετη ήταν η κατάσταση στις περιοχές που κατοικούνταν μόνον από χριστιανούς, οι οποίοι είχαν τέτοια ελευθερία, που μπορούσαν να διατηρούν ακόμη και Ελληνικά σχολεία, όπως τόσο εμφαντικά σημειώνει αμέσως παρακάτω και πάλι ο Κούμας:

«Αι κωμοπόλεις και τα χωριά, όπου εκατοίκουν μόνον χριστιανοί, τα κακά ταύτα ήσαν άγνωστα. Οι κωμοπολίται […] ηδύναντο να φθάσωσιν εις ακμήν αξιόλογον. Πολλοί τούτων διετήρουν και ελληνικά σχολεία[338]

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι αναθεωρητές ιστορικοί όταν αναφέρονται στο κρυφό σχολειό το χαρακτηρίζουν όχι μόνον ως μύθο, αλλά και ως καθαρή ανοησία, ενώ δεν διστάζουν να αποκαλέσουν εθνικιστές και σκοταδιστές όσους τολμούν να υποστηρίζουν την ιστορική του ύπαρξη. Και αυτό δεν το κάνουν τυχαία. Το κρυφό σχολειό έχει κομβική και εξέχοντος βαρύνουσα σημασία για καίρια ιδεολογικά και πολιτικά διακυβεύματα, όπως ο ρόλος του έθνους, του εθνικού κράτους και της παρεμβατικής δυνατότητας της εκκλησίας σε αυτά[339]. Οι αναθεωρητές ιστορικοί εδώ και τριάντα – σαράντα χρόνια προέβησαν σε μια βίαιη αλλαγή παραδείγματος στην ελληνική ιστοριογραφική επιστήμη, καταγγέλλοντας την προηγούμενη ιστορική ερμηνεία ως «αναχρονιστική και εθνοκεντρική», επιβεβλημένη από την «ως τότε κυρίαρχη ελληνοχριστιανική ιδεολογία»[340]. Γι’ αυτό και το κρυφό σχολειό απορρίπτεται εξολοκλήρου και χωρίς καμιά εξαίρεση, αφού σύμφωνα με τους ιστορικούς αυτούς δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά καμία ανάγκη και κανένας λόγος που να καθιστά αναγκαία την ύπαρξή του.

Όμως, όπως απέδειξε ο καταιγισμός από τις μαρτυρίες που παραθέσαμε στην παρούσα μελέτη μας, το κρυφό σχολειό δεν είναι μύθος. Είναι μια ιστορική πραγματικότητα που γεννήθηκε από τον άγριο και συνεχή διωγμό που υφίστατο η παιδεία των Ελλήνων καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Όπως ήδη αναφέραμε, μετά την δημοσίευση το 2008 της πρώτης έκδοσης αυτής εδώ της μελέτης, οι πιο υποψιασμένοι από τους αναθεωρητές ιστορικούς άρχισαν να δέχονται ότι υπήρξε το κρυφό σχολειό, έστω και ως εξαίρεση. Ο Θ. Βερέμης σε δύο τηλεοπτικές του εμφανίσεις[341] δέχτηκε πως το κρυφό σχολειό υπήρξε, αλλά μόνον ως έκτακτη κατάσταση, όταν γίνονταν εξισλαμισμοί, ενώ ο Α. Αναστασόπουλος αναρωτιέται τι θα αποδείκνυε η λειτουργία των κρυφών σχολειών, ακόμη και αν αποδεικνύονταν ιστορικά ότι υπήρξαν λόγω τοπικών αντιξοοτήτων[342].

Με την απόδειξη της ύπαρξης του κρυφού σχολειού αναδεικνύεται και ο πολύπλευρος χαρακτήρας της τουρκικής τυραννίας. Οι Τούρκοι τοπικοί διοικητές δεν περιορίζονταν να καταπιέζουν τους Έλληνες μόνον με τις ακόρεστες επιθυμίες τους για χρήμα και παροχή κάθε λογής αγαθών, αλλά και με το να τους απαγορεύουν τα σχολεία και την παιδεία τους. Και αυτό είναι κάτι που μέχρι τώρα δεν το ξέραμε[343], διότι όπως μας διαβεβαίωναν οι επαγγελματίες ιστορικοί, ενώ «υπάρχουν πάμπολλες ιστορικές μαρτυρίες για αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, περιέργως όμως δεν υπάρχει καμία που να σχετίζεται με άρνηση ιδρύσεως ή με κλείσιμο σχολείων». Γι’ αυτό και η άποψη που υποστηρίζει ότι «οι τοπικοί μπέηδες και πασάδες αυθαιρετούσαν ασύστολα και απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων» θεωρείται ως μια «πρόσφατα επινοημένη θεωρία» [344].

Οι μαρτυρίες για την απαγόρευση της παιδείας των Ελλήνων από τους Τούρκους, που παραθέσαμε πιο πάνω, προέρχονται από όλες τις χρονικές περιόδους της τουρκοκρατίας και αφορούν σε όλες σχεδόν τις υπόδουλες ελληνικές περιοχές. Μ’ αυτόν τον τρόπο, και χωρίς να υπάρχει μια de jure απαγόρευση της παιδείας από την κεντρική διοίκηση, ο διωγμός της παιδείας από τους Τούρκους είχε αποκτήσει de facto χαρακτήρα καθολικής απαγόρευσης, η οποία είχε ως τελικό στόχο της την ίδια την ελληνική γλώσσα και συνείδηση. Αν ήθελε η κεντρική οθωμανική εξουσία, θα μπορούσε να ελέγξει, έστω και εν μέρει, τις σχετικές αυθαιρεσίες των τοπικών αξιωματούχων της. Όπως και το έκανε κάποιες φορές. Όμως τις περισσότερες φορές αδιαφορούσε, αν δεν υποδαύλιζε την καταπίεση που ασκούσαν στο θέμα της παιδείας τα κατά τόπους κρατικά όργανά της, οι γενίτσαροι, ακόμη και ο τουρκικός όχλος.

Υπήρχαν κάποιες περιοχές στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όπου η καταπίεση των τοπικών αξιωματούχων ήταν ιδιαίτερα βάρβαρη και τυραννική. Εκεί η παιδεία βρίσκονταν σχεδόν υπό πλήρη εξαφάνιση. Μια τέτοια περίπτωση συνιστά και η Μικρά Ασία. Και αυτό γιατί, όπως μας αναφέρει ο P. Rycaut, «η χριστιανοσύνη […] στην Ασία[345] βρίσκεται κάτω από ένα σύννεφο και από μια μεγαλύτερη περιφρόνηση (εκτός από τις παράλιες πόλεις και τοποθεσίες)»[346]. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το σκοτάδι της αμάθειας να καλύψει την Μικρασία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή. Όπως αναφέρει ο ιστορικός της παιδείας Μ. Παρανίκας,

«εν ταις ασιατικαίς επαρχίαις του Οθωμανικού κράτους […] μετά παντοία δεινά, α υπέστησαν, η αχλύς βεβαίως επικάθησε βαρυτέρα, και το σκότος ην παχύτερον. Ου μόνον δε το έθνος επιέζετο, αλλά και η γλώσσα, φευ! πολλαχού έπαθε διαστροφήν, παραφθοράν και ήτταν»[347].

Την ακρίβεια αυτής της άποψης του Παρανίκα επιβεβαιώνει με την μαρτυρία του όχι μόνον ο Άγγλος Rycaut, που είδαμε παραπάνω, αλλά και ο Γερμανός περιηγητής Δαυίδ Χυτραίος, ο οποίος ένα αιώνα πριν τον Rycaut, το 1580, γράφει σχετικά:

«Η ΑΣΙΑ[348] όμως ερημώθηκε από τους Σαρακηνούς και τους Τούρκους πολύ χειρότερα απ’ ότι η Ελλάδα. Διότι αυτοί στην Ασία δεν κατεδάφισαν μόνον εκκλησίες και σχολεία, αλλά και όλα τα κτήρια από πόλεις ακμαιότατες, οι οποίες φιλοξενία στις εκκλησίες και διδασκαλία στους σπουδαστές πάντοτε προσέφεραν[349]

Αυτή είναι η «ευημερία» που απολάμβαναν οι Έλληνες κατά τους πρώτους αιώνες της «οθωμανικής διοίκησης», σύμφωνα με τους αναθεωρητές ιστορικούς που επιμελήθηκαν το ντοκυμαντέρ 1821 του ΣΚΑΙ. Όμως, και στον Ελλαδικό χώρο δεν ήταν και πολύ καλύτερα τα πράγματα. Για παράδειγμα, η ίδια παρακμή της παιδείας εξαιτίας της τουρκικής βαρβαρότητας υπήρχε και στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, την Μακεδονία, την Θράκη και την Ήπειρο. Ειδικά για την Κρήτη πρέπει να παρατηρήσουμε πως για το βαθύ σκοτάδι της αμάθειας που επικάθισε στο νησί δεν ήταν υπεύθυνες μόνον οι βεβαιωμένες διώξεις που ασκούσαν στους Έλληνες ραγιάδες και στην παιδεία τους οι τοπικοί διοικητές, αλλά και η δράση των γενίτσαρων. Η αγριότητα των γενίτσαρων της Κρήτης υπήρξε παροιμιώδης και μοναδική, διότι δεν υπάκουαν σε κανένα νόμο, ούτε καν στα σουλτανικά διατάγματα[350]. Από την αγριότητα των γενιτσάρων και των Τουρκαλβανών υπέφεραν τα μέγιστα και άλλα μέρη της ευρωπαϊκής Ελλάδας, όπως η Μακεδονία[351], η Θεσσαλία, που είδαμε στην περίπτωση του Κούμα, αλλά και η Πελοπόννησος.

Σε όλες αυτές τις περιοχές και τους αιώνες, ο μόνος τρόπος που είχαν οι Έλληνες να συντηρήσουν, να διατηρήσουν και να μεταδώσουν την γλώσσα και την θρησκεία τους στις νέες γενιές ήταν τα κρυφά σχολειά. Τα σχολεία αυτά λειτουργούσαν όπου και τα φανερά, στις εκκλησίες και τα μοναστήρια, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο απόμερο και σκοτεινό κτήριο ή μέρος, που μπορούσε να ξεφύγει από την προσοχή των Τούρκων. Δάσκαλοι ήταν οι ίδιοι που δίδασκαν και στα φανερά, συνήθως οι παπάδες και οι καλόγεροι. Βέβαια, όπως κατέδειξαν οι μαρτυρίες του Μάρκου Δραγούμη, του Κωνσταντίνου Οικονόμου και του Νερουλού, κατά την ύστερη τουρκοκρατία κρυφά δεν ήταν μόνον τα στοιχειώδη σχολεία της εκκλησίας, όπου τα παιδιά μάθαιναν τα λίγα κολλυβογράμματα από ολιγογράμματους ιερείς, αλλά ακόμη και τα ανώτερα σχολεία, τα λεγόμενα Ελληνικά, όπου δίδασκαν μορφωμένοι δάσκαλοι.

Τα κρυφά σχολειά, μέσα στις εκκλησίες και τα μοναστήρια όπου συνήθως βρίσκονταν, σαφώς διέσωζαν και συντηρούσαν το θρησκευτικό φρόνημα των Ελλήνων. Ταυτόχρονα όμως διέσωζαν και την ελληνική γλώσσα, αφού σ’ αυτήν την γλώσσα γίνονταν τα μαθήματα και τα παιδιά αυτήν μάθαιναν να διαβάζουν και να γράφουν.

Όλοι οι Έλληνες γνώριζαν πως υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι ορθόδοξοι χριστιανοί οι οποίοι μιλούσαν εντελώς διαφορετικές γλώσσες από την δική τους, δηλαδή σερβικά, βουλγαρικά ή ρουμανικά. Και πως τα παιδιά από εκείνους τους λαούς μάθαιναν στα σχολεία τους όχι ελληνικά, αλλά το καθένα την δική του γλώσσα. Διότι στην Βουλγαρία, για παράδειγμα, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια έγιναν και εκεί οι φωτοδότες της γνώσης, διασώζοντας και αναπτύσσοντας την βουλγαρική γλώσσα, λογοτεχνία και πολιτισμό καθ’ όλη την περίοδο της ξένης κυριαρχίας[352]. Έτσι οι Έλληνες μαθητές των κρυφών σχολειών κατανοούσαν πως μόνον αυτοί, απ’ όλους τους ορθόδοξους λαούς, είχαν ως μητρική τους γλώσσα τα ελληνικά, γι’ αυτό και μάθαιναν ελληνικά στα σχολεία τους. Αυτό ακριβώς τους οδηγούσε στο να διαμορφώσουν τελικά την ελληνική τους αυτοσυνειδησία, διότι αντιλαμβάνονταν πλέον ότι ανήκουν σε ένα «γένος» εντελώς διαφορετικό από εκείνο των επίσης ορθόδοξων Σέρβων ή Βούλγαρων, δηλαδή στο «γένος των Ελλήνων» ή «Γραικών». Άλλωστε, εκεί μάθαιναν ξεκάθαρα από τους δασκάλους τους ότι και «η εκκλησία μας είναι ελληνική και το γένος μας είναι ελληνικόν», όπως δίδασκε και ο Κοσμάς ο Αιτωλός[353] στους παντελώς αγράμματους ακροατές του. Έτσι «το κρυφό σχολειό βοήθησε στην διάσωση της ελληνικής γλώσσας και της εθνικής ταυτότητας», όπως σημειώνει ο καθηγητής Ψαχαρόπουλος[354].

Πίσω από τα περισσότερα σχολεία, κρυφά και φανερά, βρίσκονταν η εκκλησία, η οποία έπαιξε έτσι έναν θεμελιώδη ρόλο στην διάσωση της ελληνικής γλώσσας κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας[355]. Η εκκλησία κατά την τουρκοκρατία στερέωσε και διατήρησε τον Ελληνισμό[356], διασώζοντας την αίσθηση μιας κοινής ελληνικής ταυτότητας[357]. Διότι η εκκλησία υπήρξε πράγματι η κύρια δύναμη διατήρησης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στα σχεδόν 400 χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας[358]. Και καθώς παρέμενε εστιασμένη στην ελληνική ταυτότητα, διατήρησε την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό, συμβάλλοντας έτσι στην διάσωση του έθνους κατά τα 400 χρόνια της οθωμανικής κατοχής[359].

Η ελληνική παιδεία ήταν πάντοτε εκείνη η ανεξάρτητη δύναμη, με βάση την οποία κρίνονταν η ελληνικότητα των ανθρώπων και διακρίνονταν οι Έλληνες από τους βαρβάρους. Αυτή η δύναμη κατάφερε και επέζησε ακόμη και κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας[360]. Και αυτό επιτεύχθηκε χάρις στα κρυφά σχολειά, τα οποία για δύο αιώνες ήταν τα μοναδικά σχολειά που υπήρχαν για να μαθαίνουν τα Ελληνόπουλα να διαβάζουν και να γράφουν στην γλώσσα τους, χωρίς να πάψουν να προσφέρουν και μετά τις υπηρεσίες τους στο δούλο γένος.

Συνοψίζοντας τα συμπεράσματά μας για το κρυφό σχολειό την περίοδο της τουρκοκρατίας, μπορούμε να πούμε τα εξής:

α) Όπως αποδεικνύει μια μακρά σειρά από μαρτυρίες, οι Τούρκοι επέβαλλαν στους Έλληνες μια συνεχή και καθολική απαγόρευση της παιδείας σε όλους τους αιώνες της δουλείας. Οι όποιες εξαιρέσεις, που θα μελετήσουμε αμέσως μετά, δεν αίρουν την ισχύ και το κύρος αυτού του κανόνα.

β) Αυτή η απαγόρευση της παιδείας δεν είχε επιβληθεί στους Έλληνες με κάποια πράξη ή διαταγή της κεντρικής διοίκησης, δηλαδή του σουλτάνου, αλλά μέσα από την βάρβαρη και τυραννική καταπίεση που τους ασκούσαν οι τοπικοί διοικητές, οι γενίτσαροι και ο τουρκικός όχλος. Η Υψηλή Πύλη τις περισσότερες φορές κάλυπτε αυτό το όργιο βαρβαρότητας και αυθαιρεσιών με την σιωπηρή ανοχή της.

γ) Οι Έλληνες, κάτω από αυτές τις συνθήκες, για να προσφέρουν έστω και την ελάχιστη παιδεία στα παιδιά τους, έφτιαχναν κρυφά σχολειά. Ως κρυφό σχολειό εννοείται κάθε σχολείο που λειτουργούσε κρυφά από τους Τούρκους είτε σε απόμερες εκκλησίες και μοναστήρια, είτε σε οποιοδήποτε άλλο απομονωμένο και μυστικό μέρος, την νύχτα ή και την μέρα. Ως κρυφά σχολειά επίσης θεωρούνται και τα μαθήματα στα σπίτια, όταν αυτά γίνονταν κρυφά και μυστικά από τους Τούρκους.

δ) Για τους λόγους που παραπάνω αναλύσαμε, το κρυφό σχολειό είναι μια ιστορική πραγματικότητα η οποία δεν αφορά μόνον στους «σκοτεινούς αιώνες» της «πρώτης» τουρκοκρατίας, αλλά τέμνει κάθετα όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας, φτάνοντας μέχρι το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αλλά ακόμη και μέχρι τις παρυφές του 20ου.

ε) Τα κρυφά σχολεία, χωρίς να είναι καθόλου εθνικά σχολεία, ήταν αυτά που διέσωσαν την ελληνική γλώσσα, γιατί αυτήν την γλώσσα μάθαιναν να διαβάζουν και να γράφουν οι μαθητές τους. Επίσης συνέβαλαν καίρια στην διατήρηση και της ελληνικής εθνικής συνείδησης των μαθητών τους, διότι αυτοί μπορούσαν πλέον να αντιληφθούν πως αν και ορθόδοξοι χριστιανοί, εν τούτοις ανήκαν σε ένα διαφορετικό «γένος» από όλους τους άλλους ορθόδοξους χριστιανούς των Βαλκανίων, π.χ. τους Σέρβους ή του Βούλγαρους, δηλαδή στο «γένος των Ελλήνων» ή Γραικών, όπως τους δίδασκαν κι οι ιερωμένοι δάσκαλοί τους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄

ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΑΚΜΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ.

Η κατάκτηση των Ελλήνων από τους Τούρκους είχε ως συνέπεια να βυθιστούν οι Έλληνες σ’ ένα βαθύ πνευματικό σκοτάδι. Και αυτό γιατί οι Τούρκοι είχαν επιβάλλει μια γενική απαγόρευση της παιδείας και των σχολείων σε όλο τον υπόδουλο Ελληνισμό, με αποτέλεσμα για αιώνες να υπάρχουν, από την μια άκρη του Ελληνισμού μέχρι την άλλη, ελάχιστα φανερά και νόμιμα σχολεία. Αυτό το σκοτάδι φωτίστηκε τρεις φορές, και η παιδεία των Ελλήνων παρουσίασε τότε ξαφνική και απρόσμενη ανάπτυξη και ακμή. Αυτές είναι οι τρεις περίοδοι ακμής της ελληνικής παιδείας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Οι δύο πρώτες εμφανίστηκαν πριν το 1821, ενώ η τρίτη μετά, δηλαδή στην όψιμη τουρκοκρατία. Κάθε μια από αυτές τις περιόδους χαρακτηρίζονταν από την σύσταση και λειτουργία, εντελώς ξαφνικά, πολλών καινούργιων σχολείων και από την γενικότερη διάδοση της παιδείας ανάμεσα στους υπόδουλους Έλληνες.

Α) Η «Χρυσή Πεντηκονταετία»: 1720-1770.

Η άθλια κατάσταση της παιδείας στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, που έχουμε ήδη αναλυτικά περιγράψει μέσα από τις μαρτυρίες που παραθέσαμε, κράτησε περίπου μέχρι το 1720, έτος το οποίο και «εμπορεί να λογαριασθεί [ως] η αρχή της αυξήσεως της παιδείας»[361].

Η αλλαγή αυτή στην μέχρι τότε καταπιεστική γραμμή της τουρκικής κυβέρνησης οφείλονταν σε μια ενσυνείδητη επιλογή της κεντρικής οθωμανικής διοίκησης, η οποία την επέβαλε στους τοπικούς Τούρκους διοικητές, περιορίζοντας κατά ένα μεγάλο μέρος τις αυθαιρεσίες και την τυραννικότητά τους. Πιο συγκεκριμένα, το 1703 ανέβηκε στον θρόνο ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄, ο οποίος ήταν λάτρης των καλών τεχνών και της ποίησης. Μαζί με τον μεγάλο βεζύρη του Δαμάτ Ιμπραήμ Πασά, ο οποίος ήταν λάτρης της ειρήνης, έφεραν στην αυτοκρατορία από το 1717, που ανέλαβε ο Δαμάτ το αξίωμα αυτό, μια πολιτιστική και καλλιτεχνική άνθηση[362]. Γι’ αυτό και ο Κούμας χρονολογεί στο 1720 την άνθηση της παιδείας των Ελλήνων. Διότι ακριβώς τότε ξεκίνησε ο βεζύρης Δαμάτ το μεταρρυθμιστικό του έργο.

Όμως, το μεταρρυθμιστικό έργο του Αχμέτ Γ΄ προετοιμάστηκε και υποβοηθήθηκε από την μεγάλη κοινωνική ανέλιξη που είχαν καταφέρει να έχουν μερικές δεκαετίες πιο πριν οι Έλληνες Φαναριώτες, οι οποίοι είχαν καταλάβει ακόμη και τα υψηλότερα αξιώματα της αυτοκρατορίας. Όπως μας πληροφορεί ο Ιακωβάκης Ρίζος-Νερουλός,

«η τουρκική κυβέρνηση παραχώρησε προς τους Έλληνες αξιόλογα προνόμια, εκλέγοντας απ’ αυτούς και τους διερμηνείς και τους πρίγκηπες της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Η πολιτική εμπιστοσύνη που έδειξαν οι Οθωμανοί υπουργοί στους πρίγκηπες αυτούς βελτίωσε την τύχη του ελληνικού έθνους. Με την δική τους προστασία άρχισαν να επανεμφανίζονται τα γράμματα, να αυξάνονται τα σχολεία και να διαδίδεται η παιδεία[363]

Τότε, στα τέλη του 17ου αιώνα και –κυρίως– στις αρχές του 18ου, άρχισαν πραγματικά να χτίζονται πάρα πολλά σχολεία ταυτόχρονα σε διάφορα μέρη του ελληνικού χώρου. Αυτό φαίνεται από τις αναφορές των συγγραφέων της εποχής, οι οποίοι μας δίνουν σχεδόν βήμα-βήμα την εξέλιξη και την ακμή αυτής της ανάπτυξης. Έτσι, το 1714 ο Αλέξανδρος Ελλάδιος στο έργο του Status Praesens Ecclesiae Graecae αναφέρει πως «σε όλες τις περιοχές των Ελλήνων ακμάζουν κάπως τα γυμνάσια»[364]. Είκοσι χρόνια μετά, ένας συγγραφέας της εποχής θα αναφερθεί με φανερό θαυμασμό για τα «κατά την Ελλάδα άρτι αναφυόμενα Μουσεία»[365].

Σχολεία τα οποία αποτέλεσαν πραγματικό καύχημα για όλους τους μορφωμένους Έλληνες της εποχής. Γι’ αυτό και το 1757 ο Γεώργιος Κωνσταντίνου τα απαριθμεί ένα προς ένα, με πολύ εθνική υπερηφάνεια, θεωρώντας την ύπαρξη και την λειτουργία τους ως την καλύτερη απάντηση σε όσους «αθυροστομούντες φλυαρούσιν» ότι «το υμέτερον γένος» είναι «πάντη βάρβαρον και αμαθές και έρημον παντοίας σπουδής, σχολείων και επιστημών»[366]. Και απαριθμεί τριανταέξι όλα κι όλα σχολεία, από την μία άκρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι την άλλη, τα οποία είναι αυτά «οπού την σήμερον σώζονται εις το ημέτερον γένος»[367]. Και να σημειώσουμε εδώ πως τα σχολεία που απαριθμεί ο Κωνσταντίνου είναι δεν είναι μόνον ανώτερα σχολεία, όπως λανθασμένα ορισμένοι αναφέρουν[368]. Κάποια είναι όντως ανώτερα σχολεία, «Φιλοσοφικά», όπως τα ονομάζει ο Κωνσταντίνου. Όμως κάποια άλλα είναι σχολεία «κοινά», δηλαδή δημοτικά, όπως ρητά επίσης αναφέρει.

Για να καταλάβουμε το αριθμό αυτών των σχολείων που με απίστευτα μεγάλες προσπάθειες είχε καταφέρει να ανεγείρει και να λειτουργεί ο Ελληνισμός κατά την πρώτη περίοδο ακμής της παιδείας του, θα αναφέρουμε μία μόνον καταγραφή του Κωνσταντίνου: «Εις Κρήτην σχολείον εν». Σ’ ολόκληρη την Κρήτη υπήρχε μόνο ένα σχολείο. Και όμως, ακόμη και αυτό το ένα και μοναδικό σχολείο ήταν αρκετό για τον Κωνσταντίνου, ώστε να αναφέρεται σε «τοσαύτα σχολεία», που λειτουργούν «πανταχού εις τας επισήμους πόλεις της Ελλάδος και νήσους»[369].

Αυτά είναι τα σχολεία στα οποία αρέσκονται να αναφέρονται με τόσο επίμονο και θριαμβικό τρόπο οι αναθεωρητές ιστορικοί, για να αποδείξουν πως στην περίοδο της «οθωμανικής κυριαρχίας» δεν διώκονταν «ουδαμού» η ελληνική παιδεία και γλώσσα. Λησμονούν όμως πως αυτό έγινε μόνον επειδή ένας σουλτάνος αποφάσισε να περιορίσει κατά ένα μεγάλο μέρος τις αυθαιρεσίες των τοπικών αξιωματούχων του, ενώ περιέβαλε με όλη του την εμπιστοσύνη τους Έλληνες, ανεβάζοντάς τους στα ύπατα αξιώματα της αυτοκρατορίας.

Όμως, αυτή η άνθηση της παιδείας των υπόδουλων Ελλήνων δεν έμελλε να κρατήσει παρά μόνον πενήντα χρόνια, μέχρι το 1770, οπότε και ξέσπασαν τα ορλωφικά. Διότι, όπως μας λέει ο Κούμας,

«μετά τον ρωσικόν πόλεμον του 1768-1770 έτους, εις καμμίαν πόλιν της Τουρκίας δεν επρόκοπταν οι Γραικοί ούτε εις πλούτη, ούτε εις γνώσεις[370]

Β) Η Περίοδος του Άπιστου Σουλτάνου: Σελίμ Γ΄.

Από αυτό το σκοτάδι ο Ελληνισμός κατάφερε να βγει μετά από τριάντα περίπου χρόνια, όταν στον θρόνο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ανέβηκε το 1789 ένας άλλος μεταρρυθμιστής σουλτάνος, ο Σελίμ Γ΄. Ο Σελίμ Γ΄ μόλις ανέλαβε την εξουσία, επιχείρησε να επιφέρει πολλές αλλαγές στο εσωτερικό του κράτους του, για τις οποίες μάλιστα χαρακτηρίστηκε από τους φανατικούς μουσουλμάνους ως ο «άπιστος σουλτάνος». Μια από αυτές ήταν η ελευθερία στα θέματα της παιδείας. Όπως μας πληροφορεί και ο Νερουλός, ο Σελίμ Γ΄ διόρισε ένα Φαναριώτη, τον Δημήτριο Μουρούζη, ως γενικό διευθυντή των Ελληνικών σχολείων και νοσοκομείων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βελτιωθούν κατά πολύ οι συνθήκες επιβίωσης του Ελληνισμού και –φυσικά– να επέλθει και πάλι μια πολύ μεγάλη ανάπτυξη της παιδείας και αισθητή αύξηση των σχολείων του, ώστε τελικά «η δημόσια διδασκαλία, επισήμως προστατευόμενη, προόδευσε πολύ στην Ελλάδα»[371].

Αυτή είναι δεύτερη άνθιση και ακμή της παιδείας πριν το 1821, η οποία εκδηλώθηκε τόσο ξαφνικά και απρόσμενα, σε σχέση μάλιστα με το απόλυτο σκοτάδι που κυριαρχούσε μέχρι τότε, που προκάλεσε την μεγάλη έκπληξη και το ξάφνιασμα όλων των Ελλήνων, γιατί ακριβώς κανείς δεν την περίμενε. Πολύτιμες και άκρως διαφωτιστικές είναι για το θέμα αυτό οι μαρτυρίες του Ανωνύμου της Ελληνικής Νομαρχίας και του Κοραή, οι οποίες έρχονται να επιβεβαιώσουν την απόλυτη ακρίβεια των ιστορούμενων από τον Νερουλό. Λέει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο ο Ανώνυμος συντάκτης της Ελληνικής Νομαρχίας, το 1806:

«Ώ, πόση διαφορά ευρίσκεται εις την Ελλάδα από δέκα χρόνους έως την σήμερον! Μεγάλη, ω αδελφοί μου, μεγαλοτάτη, και καθ’ εκάστην προς το κρείττον φέρεται. Τώρα άρχισαν αι Μούσαι να αναλάβουν και πάλιν να επανορθωθώσιν εις τα χρυσόχροα όρη της Ελλάδος, ο Απόλλων πάλιν εμφανίσθη εις το αρχαίον του παλάτιον. Δεν ευρίσκεται πόλις την σήμερον, όπου να μην έχη δύο και τρία σχολεία[372]

Μέσα σε δέκα μόλις χρόνια ήρθαν κυριολεκτικά τα πάνω κάτω, μας λέει ο Ανώνυμος συντάκτης της Ελληνικής Νομαρχίας, χωρίς βέβαια να είναι σε θέση να εξηγήσει το πώς έγινε αυτό, αφού σχεδόν δεν μπορεί ούτε να το πιστέψει.

Την ίδια ακριβώς πραγματικότητα περιγράφει και ο Κοραής, ο οποίος το 1818 παρατηρούσε τα εξής:

«Των σπουδαζόντων σήμερον εις τα γυμνάσια της Ελλάδος νέων ο αριθμός είναι εκατονταπλάσιος του προ τριάκοντα χρόνων αριθμού[373]

Τα δέκα χρόνια, στα οποία αναφέρεται η Ελληνική Νομαρχία το 1806, είναι σχεδόν τα χρόνια που βασίλευε μέχρι τότε ο Σελίμ Γ΄, ο οποίος είχε αφήσει τους Έλληνες πραγματικά ελεύθερους να μορφώνουν τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να ιδρυθούν, εντελώς ξαφνικά, πολλές δεκάδες σχολεία σε όλες τις ελληνικές περιοχές. Γι’ αυτό και ο Διονύσιος Καλλιάρχης, ως μητροπολίτης Λαρίσης, τότε κατάφερε να ξανακτίσει στην Λάρισα την γκρεμισμένη εκκλησία του αγίου Αχιλλείου και να επανιδρύσει το παλιό ελληνικό σχολείο.

Η τόσο ξαφνική και αναπάντεχη για όλους εμφάνιση αυτής της δεύτερης ακμής που είχε η παιδεία των Ελλήνων πριν το 1821 δίνει απάντηση και στο επιτακτικό ερώτημα που θέτει ο Θάνος Βερέμης, για το «πώς είναι δυνατό να απαγορεύονταν τα σχολεία στους «απίστους» και να έχει γεμίσει η Ελλάδα σχολεία κατά τις παραμονές της Επανάστασης»[374]. Όλα αυτά τα σχολεία, με τα οποία πράγματι είχε γεμίσει η Ελλάδα πριν το 1821, είχαν χτιστεί μόλις τα τελευταία τριάντα χρόνια. Και αυτό χάρις στην ακμή της παιδείας που είχε υπάρξει τότε, η οποία οφείλονταν αποκλειστικά και μόνον στο φιλελεύθερο πνεύμα του Σελίμ Γ΄. Ένα φιλελεύθερο πνεύμα το οποίο τον είχε κάνει μισητό ακόμη και στους ίδιους τους αξιωματούχους του κράτους του, οδηγώντας τον τελικά στην εκθρόνιση και την δολοφονία του. Γι’ αυτό και έμεινε στην μνήμη όλων των μουσουλμάνων υπηκόων του ως ο «άπιστος σουλτάνος».

Η παραπάνω ένσταση του Θ. Βερέμη έρχεται ως συνέχεια της πάγιας θέσης όλων των αναθεωρητών ιστορικών πως «και μόνο το γεγονός ότι λειτουργούσαν –φανερά βέβαια– εκατοντάδες ελληνικά σχολεία σε πόλεις και χωριά δηλώνει ότι δεν υπήρχε λόγος υπάρξεως κρυφών σχολείων»[375]. Όμως, αυτό που λησμονούν, ή δεν γνωρίζουν ίσως, είναι πως όλα αυτά τα εκατοντάδες σχολεία, στα οποία αναφέρονται, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν μόνον κατά την δεύτερη ακμή της παιδείας του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, δηλαδή την εποχή του Σελίμ του Γ΄ και μετά.

Όμως, ακόμη και τότε συνέχιζαν να υπάρχουνε κρυφά σχολεία. Τότε μάλιστα ως κρυφά σχολειά λειτουργούσαν ακόμη και κάποια ανώτερα σχολεία, όπως μας πληροφορεί ο Κωνσταντίνος Οικονόμος. Διότι, ακόμη και σ’ αυτήν την λαμπρή για την ελληνική παιδεία περίοδο, τα μεγαλύτερα και πιο φημισμένα σχολεία των Ελλήνων αντιμετώπιζαν τις καθημερινές ενοχλήσεις και επιθέσεις των Τούρκων, οι οποίοι συνέχιζαν να επιτρέπουν την λειτουργία τους μόνον επειδή εισέπρατταν συνεχώς από τους Έλληνες τεράστια χρηματικά ποσά. Τον φθόνο και το μένος των Τούρκων διοικητών εκείνης της περιόδου προς τα σχολεία των Ελλήνων μας το περιγράφει πολύ γλαφυρά, εκτός από τον Οικονόμο, και ο καθηγητής Noehden, το 1820.

Γ) Τρίτη και Πλήρης Ανάπτυξη της Παιδείας: Τανζιμάτ και Χάττι Χουμαγιούν.

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 η άνθηση της παιδείας που είχε υπάρξει από το 1790 και μετά σε όλες τις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πνίγηκε στο αίμα, όπως ήδη αναφέραμε. Η παιδεία των Ελλήνων στις τουρκοκρατούμενες περιοχές άρχισε να συνέρχεται και πάλι, για τρίτη φορά, με την πολιτική του τανζιμάτ, που δεν ήταν τίποτε άλλο από την παραχώρηση εκ μέρους του σουλτάνου των πλέον στοιχειωδών ελευθεριών στους χριστιανούς ραγιάδες του[376]. Όπως ήδη αναφέραμε, η πολιτική αυτή ξεκίνησε με το διάταγμα του Γκιουλχανέ, το 1839, και ολοκληρώθηκε με το Χάττι Χουμαγιούν, το 1856, το οποίο, πάντοτε κάτω από την πίεση των μεγάλων δυνάμεων, παραχώρησε μια σειρά από συγκεκριμένα προνόμια και ελευθερίες, μεταξύ άλλων για την θρησκεία και την παιδεία. Η έκδοση του Χάττι Χουμαγιούν έφερε πράγματι μια εντυπωσιακή ανάπτυξη της παιδείας σε όλα τα μέρη του μέχρι τότε υπόδουλου Ελληνισμού, ο οποίος γέμισε από την μια μέχρι την άλλην άκρη του, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, με πλήθος από σχολεία, σχολές και ακαδημίες.

Για παράδειγμα, στον Πόντο μετά το Χάττι Χουμαγιούν η κατάσταση άλλαξε άρδην, καθώς υπήρξε μια πραγματική πληθυσμιακή, οικονομική αλλά και πολιτιστική έκρηξη, ενώ μέχρι τότε ο ποντιακός Ελληνισμός υπέφερε τα πάνδεινα. Μετά όμως από το Χάττι Χουμαγιούν, οι Πόντιοι εγκατέλειψαν τα κρησφύγετά τους, κατέβηκαν στις παραλιακές περιοχές και έχτισαν καινούργια χωριά, καινούργιες πόλεις, καινούργιες εκκλησίες και ολοκαίνουργια σχολεία. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ξαναπήραν στα χέρια τους το εμπόριο ολόκληρου του Εύξεινου Πόντου και της ενδοχώρας[377].

Έτσι, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, από το 1856 έως 1865, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν στον Πόντο περίπου εκατό σχολεία, τα οποία μέχρι το 1919 δεκαπλασιάστηκαν, έτσι ώστε να υπολογίζονται, κατά τις μετριότερες στατιστικές σε 1047 [378], ενώ σύμφωνα με άλλες σε 1401 [379]! Ενδεικτικά μόνον αναφέρουμε, πως το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας μέσα σε δεκατέσσερα μόλις χρόνια διπλασίασε δυο φορές τους μαθητές του: από 53 που είχε το 1856 το 1860 έφτασε τους 103, ενώ το 1870 τους 196 [380]. Και πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως χάρις στο Χάττι Χουμαγιούν, οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου όχι μόνον έκαναν φανερή την ύπαρξή τους, αλλά επιπλέον οργανώθηκαν και συνασπίσθηκαν για να διεκδικήσουν τα νεότευκτα δικαιώματά τους[381].

Στην Θράκη, επίσης, τα πρώτα δημοτικά σχολεία άρχισαν να λειτουργούν από το 1860 και μετά, αφού το πρώτο δημοτικό στην Ξάνθη χτίστηκε μόλις το 1863. Αλλά ακόμη και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, μόνον μετά το Χάττι Χουμαγιούν μπόρεσαν οι υπόδουλοι Έλληνες να ιδρύσουν ελεύθερα σχολεία. Και όντως ίδρυσαν ένα πλήθος από σχολεία κάθε επιπέδου, όπως επίσης και πάμπολλα σωματεία και συλλόγους. Γι’ αυτό άλλωστε η ίδρυση του φιλολογικού συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως έχει ημερομηνία 1861.

Επειδή ακριβώς το Χάττι Χουμαγιούν παραχώρησε τέτοια πρωτόφαντα και αδιανόητα μέχρι τότε δικαιώματα στους μη χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, προκάλεσε την θυελλώδικη αντίδραση και οργή των μουσουλμάνων κατοίκων της. Γι’ αυτό και ορισμένοι τοπικοί διοικητές, αυτοί δηλαδή που έκαναν πάντοτε την ζημιά, αρνήθηκαν ωμά και απροκάλυπτα να το εφαρμόσουν. Είδαμε παραπάνω την περίπτωση των διοικητών της Κρήτης. Ανάλογα κρούσματα και συμπεριφορές είχαμε και από διοικητές στον Πόντο[382]. Γι’ αυτό και δεν είχαν πάψει ποτέ να υπάρχουν περισσότερα ή λιγότερα κρυφά σχολειά ακόμη και στις πιο λαμπρές μέρες που μπόρεσε να δει ο Ελληνισμός κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, μέχρι και το τέλος της.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΝΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Α) Πελοπόννησος.

Ο Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1770. Όταν ήταν παιδί, στην Πελοπόννησο δεν υπήρχαν παρά κάποια ελάχιστα και εντελώς υποτυπώδη σχολεία, όπως μας αναφέρει ο ίδιος:

«Εις τον καιρό της νεότητος, όπου ημπορούσα να μάθω κάτι τι, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν. Μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα οποία εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Οι παλαιοί κοτσαμπάσιδες, όπου ήσαν οι πρώτιστοι του τόπου, μόλις ήξευραν να γράφουν το όνομά τους. Το μεγαλύτερο μέρος των αρχιερέων δεν ήξευρε παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι. Το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναίος, άλλαι προφητείαι ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα[383]

Τα λεγόμενα του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει και ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο οποίος μιλώντας για πατέρα του, τον πανίσχυρο προεστό της Πελοποννήσου Ιωάννη Δεληγιάννη, μας λέει πως ήταν «άνευ παιδείας, καθότι τότε δεν υπήρχον εις την Πελοπόννησον Ελληνικά Σχολεία»[384]. Ο Ιωάννης Δεληγιάννης είχε γεννηθεί το 1738, δυο δεκαετίες μετά την επανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους, η οποία έγινε το 1715.

Κι όμως, λίγες μόνον δεκαετίες πιο πριν, είχε υπάρξει στην Πελοπόννησο μια άνθηση της παιδείας πραγματικά αξιοπρόσεκτη. Αυτό συνέβη την περίοδο που η συγκεκριμένη περιοχή ήταν, για τριάντα χρόνια, υπό την κατοχή των Βενετών. Όταν οι Βενετοί κατέκτησαν την Πελοπόννησο, την είχαν βρει και τότε βουτηγμένη στην απόλυτη αμάθεια, εξαιτίας της τυραννικής και βάρβαρης διακυβέρνησης των Τούρκων. Όμως, στα τριάντα χρόνια της δικής τους κυριαρχίας κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα πραγματικό «εκπαιδευτικό» θαύμα. Όπως μας πληροφορεί ο κορυφαίος ιστορικός της εκπαίδευσης Ματθαίος Παρανίκας:

«Βαθμηδόν όμως, των δεινών αυξανόντων, εμαραίνετο [στην Πελοπόννησο] κατά μικρόν και το δένδρον της παιδείας. Ώστε, ότε οι Ενετοί κατέλαβον την Πελοπόννησον (1685-1715), […] εύρον τους κατοίκους γενικώς ειπείν, αμαθείς, συνετέλεσαν δε και εις την παντελώς παραμελημένην εκπαίδευσιν. Το δε παράδοξον, μοναχοί Λατίνοι ίδρυσαν εδώ και εκεί εκπαιδευτικά καταστήματα, διηύθυνον σχολεία, εις α άνευ δισταγμού οι Έλληνες έπεμπον τα τέκνα των. Ειργάζοντο επίσης να συστήσωσιν εν Τριπόλει τακτικόν Γυμνάσιον. Δια τούτων και ετέρων παραπλησίων ενόμιζεν ο Γριμάνης, ο Ενετός Αρμοστής, ότι «ίσως θέλει αποσπασθεί της βαρβαρότητος, υπό την αισίαν εξουσίαν των Ενετών, η διδάσκαλος πάσης επιστήμης και τέχνης αρχαία Ελλάς[385]

Ο Βενετσιάνος διοικητής της Πελοποννήσου είχε βάλει ως πρόγραμμά του την εκπαιδευτική και πολιτιστική εξύψωση του Ελληνισμού της περιοχής, έτσι ώστε να τον απαλλάξει μια για πάντα από την τουρκική βαρβαρότητα. Και βλέποντας την καταπληκτική ανταπόκριση που επέδειξαν όλοι οι Έλληνες του Μοριά στην προσπάθειά του αυτή, πίστεψε σοβαρά πως αυτός ο στόχος θα μπορούσε τελικά να επιτευχθεί. Τόσο σημαντική ήταν η ανάπτυξη της παιδείας που είχε επέλθει στην Πελοπόννησο μέσα σε τριάντα μόλις χρόνια, από το 1685 μέχρι το 1715. Και όμως, την εποχή που γεννήθηκαν ο Ιωάννης Δεληγιάννης πρώτα και Κολοκοτρώνης μετά, ο τουρκικός ζυγός είχε γυρίσει την Πελοπόννησο στην ίδια ακριβώς βαρβαρότητα, στην οποία την είχαν βρει οι Βενετσιάνοι όταν την κατέλαβαν το 1685.

Β) Κρήτη.

Το ίδιο ακριβώς με την Πελοπόννησο, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, συνέβη και στην Κρήτη. Όσο η μεγαλόνησος ήταν κάτω από την πολύχρονη κατοχή των Βενετσιάνων ανέδειξε πλήθος λογίων[386] και έζησε όντως μια μακρά περίοδο ευημερίας. Ευημερία που συνοδεύτηκε από μια ασύλληπτης έκτασης ανθρωπιστική δραστηριότητα, όταν το νησί αναδείχτηκε σε πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο τέτοιας δύναμης και εμβέλειας, που τροφοδοτούσε αδιάκοπα την Δύση με χειρόγραφα, αντιγραφείς, τυπογράφους, φιλόλογους, λόγιους και καθηγητές αρχαίων ελληνικών[387]. Σ’ όλην αυτήν την περίοδο, «τα ελληνικά μοναστήρια, θεματοφύλακες ελληνομάθειας, είναι τα κέντρα λόγιας και φιλολογικής ενασχόλησης»[388]. Η άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών στην Κρήτη κατά την βενετοκρατία ήταν τέτοιας έκτασης και ποιότητας, ώστε να γίνεται λόγος από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας για Κρητική Αναγέννηση. Φυσικά, όπως ακριβώς και στην Πελοπόννησο, όλα αυτά έλαβαν τέλος με την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους[389], οι οποίοι βύθισαν το νησί και τους κατοίκους του σ’ ένα απίστευτο σκοτάδι αμάθειας και αθλιότητας[390], όπως είδαμε πιο πάνω να το περιγράφει ο Γεώργιος Φατζέας το 1760, στο έργο του Γραμματική Γεωγραφική. Πνευματικό σκοτάδι που κάλυψε την Κρήτη αδιάκοπα μέχρι το 1866, όποτε και εξερράγη επανάσταση. Αυτές ήταν πάντοτε οι συνέπειες στον πολιτισμό και την παιδεία ενός ελληνικού τόπου από την τουρκική κατοχή. Το απόλυτο και ψηλαφητό σκοτάδι.

Γ) Επτάνησα.

Ότι συνέβη με την Κρήτη, συνέβη και στα Επτάνησα. Επειδή όμως αυτά δεν γνώρισαν ποτέ την τουρκική κατάκτηση, ανέπτυξαν μια συνεχή και αξιοζήλευτη πρόοδο στις γνώσεις και τα γράμματα:

«Έχοντας αποφύγει τις συνέπειες της τουρκικής κατάκτησης η Επτάνησος, εξαιτίας της παρατεταμένης βενετικής κατοχής, διατήρησε αδιάλειπτη επαφή με την ευρωπαϊκή παιδεία μέσω των οργανικών δεσμών της με την Ιταλία. […] Η βενετική διακυβέρνηση ήταν καταπιεστική, […] αυτό όμως δεν εμπόδισε τα σκιρτήματα της πολιτισμικής ανανέωσης να φτάσουν στα νησιά του Ιονίου πελάγους. Ο Βρετανός περιηγητής Alexander Drummond, που επισκέφτηκε τα νησιά στα 1744, γράφει ότι γοητεύτηκε, όταν ανακάλυψε ότι τα νεότερα μαθηματικά και η πειραματική φυσική συγκέντρωναν το ενδιαφέρον των μορφωμένων ανδρών και ότι ο Locke, ο Clarke και ο Gravesande έχαιραν θαυμασμού στους λόγιους κύκλους της Ζακύνθου. Οι νέες ιδέες απασχολούσαν και τον πρωθιερέα της Ζακύνθου Αντώνιο Κατήφορο (1685-1763)[391]

 


[1]. Όλοι οι πάσης φύσεως τονισμοί και υπογραμμίσεις στις πηγές και τα παραθέματα της παρούσης μελέτης είναι δικοί μου, εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.

[2]. Τ. Γριτσόπουλος, «Το Αμφισβητούμενον Κρυφό Σχολειό», Εκκλησία 81 (2004), σ. 557.

[3]. Γ.Δ. Μεταλληνός, Τουρκοκρατία, Αθήνα 20056 [1988], σ. 133.

[4]. Γ.Δ. Μεταλληνός, όπ. παρ., σ. 184, σημ. 39.

[5]. Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήναι 19675, σ. 21.

[6]. Π. Στάθης, «Το Κρυφό Σχολειό: Διαδρομές του Μύθου, Διαδρομές της Ιστορίας», στο cd-rom που περιέχει τις εισηγήσεις του συνέδριου «Η ιστορία ως διακύβευμα. Μορφές σύγχρονης ιστορικής κουλτούρας», 2001, το οποίο συνοδεύει το Historein/Ιστορείν 4 (2003-2004), σ. 22 (του pdf).

[7]. Β. Κρεμμυδάς, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998.

[8]. Α. Πολίτης, «Φεγγαράκι μου Λαμπρό… Απόπειρα για ένα Μικρό Σχεδίασμα της Πρώτης Φάσης της Ιστορικής Διαδρομής του Μύθου του «Κρυφού σχολειού» [1994], στον τόμο του ιδίου, Το Μυθολογικό Κενό, Αθήνα 2000, σ. 26.

[9]. Α. Ηρακλείδης, Τα βιβλία ιστορίας του σχολείου. Πέρα από την ανάγκη για «βαρβάρους», εφ. Τα ΝΕΑ, 1-2-2007.

[10]. Μ.Λ. Μουργκέσκου, Χ. Μπερκτάυ (επιμ.), Χ. Κουλούρη (διεύθ.), Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βιβλίο Εργασίας 1, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 14.

[11]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους, 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.

[12]. Α. Ηρακλείδης, Η Ελλάδα και ο «εξ Ανατολών Κίνδυνος», Αθήνα 2001, σ. 104.

[13]. Α. Ηρακλείδης, Τα βιβλία ιστορίας του σχολείου. Πέρα από την ανάγκη για «βαρβάρους», εφ. Τα ΝΕΑ, 1-2-2007.

[14]. Μ. Πύλια, Κρυφό σχολειό: Μια ολοφάνερη πλάνη. Οι εύκολες ιδέες στηρίζουν ισχυρά συστήματα εξουσίας, εφ. Η ΑΥΓΗ, 22-3-2009.

[15]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 38.

[16]. Α. Πολίτης, «Φεγγαράκι μου Λαμπρό… Απόπειρα για ένα Μικρό Σχεδίασμα της Πρώτης Φάσης της Ιστορικής Διαδρομής του Μύθου του «Κρυφού σχολειού» [1994], στον τόμο του ιδίου, Το Μυθολογικό Κενό, Αθήνα 2000, σ. 26.

[17]. Χ. Λούκος, Απαλλαγή από τα στερεότυπα, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-03-2007.

[18]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Κατάσταση της Παιδείας στις Υπόδουλες Ελληνικές Περιοχές», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 10, σ. 370.

[19]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», όπ. παρ., σ. 38.

[20]. Γ. Κατσιαμπούρα, Το κρυφό σχολειό και ο Γρηγόριος Ε΄, εφ. Η ΑΥΓΗ, 24-3-2004.

[21]. Γ. Βλαχογιάννης, Καραϊσκάκης, Αθήνα χ.χ., σ. 152· Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 14.

[22]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 21.

[23]. Γ. Κατσιαμπούρα, όπ. παρ.

[24]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», όπ. παρ., σ. 38.

[25]. Χ. Καρανάσιος, «Η Εκπαίδευση», Ιστορία των Ελλήνων, τ. 10, Ο Ελληνισμός υπό Ξένη Κυριαρχία 1453-1821, Β΄ έκδοση, σ. 448· Κ. Γεωργουσόπουλος, Ιστορία και θρύλος, εφ. Τα ΝΕΑ, 17-3-2007.

[26]. Δήλωση του καθηγητή Α. Πολίτη στο άρθρο, Το «φανερό» σχολείο έφερε τον… ξεσηκωμό. Μύθοι και σκληρές αλήθειες για την Επανάσταση του 1821, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2010.

[27]. Δήλωση του καθηγητή Α. Πολίτη, όπ. παρ.

[28]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους. 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.

[29]. Α. Παππάς, Δέκα μικροί μύθοι για το 1821, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2006.

[30]. Χ. Καρανάσιος, όπ. παρ., σ. 448.

[31]. Β. Κρεμμυδάς, Η εκκλησία στο Εικοσιένα. Μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005· Φ. Βώρος, «Η Αναζήτηση της Ιστορικής Αλήθειας και Συνήθεις Μεθοδεύσεις Παραχάραξης», Εκπαιδευτικά 1 (1985), σ. 74.

[32]. Χ. Καρανάσιος, όπ. παρ., σ. 450• Γ. Κατσιαμπούρα, όπ. παρ.

[33]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους. 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007. Γ. Κατσιαμπούρα, όπ. παρ.

[34]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[35]. Κ. Γεωργουσόπουλος, Περί ιστορικών μύθων, εφ. Τα ΝΕΑ, 2-4-2011.

[36]. Α. Ηρακλείδης, όπ. παρ.· Γ. Κατσιαμπούρα, όπ. παρ.

[37]. A. Gerolymatos, The Balkan Wars, New York 2002, σ. 78.

[38]. Χ. Καρανάσιος, όπ. παρ., σ. 450· Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 81· Α. Παππάς, όπ. παρ.

[39]. Π. Στάθης, Κρυφό σχολειό: Τα ιστορικά δεδομένα για τον αβάσιμο ισχυρισμό, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-3-2011.

[40]. A. Gerolymatos, όπ. παρ., σ. 78.

[41]. Σ.Π. Παπαγεωργίου, Από το Γένος στο Έθνος. Η Θεμελίωση του Ελληνικού Κράτους, 1821-1862, Αθήνα 20052, σ. 114, σημ. 69.

[42]. Χ.Γ. Πατρινέλης, Ο Ελληνισμός κατά την Πρώιμη Τουρκοκρατία (1453-1669), Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 155.

[43]. Ι.Κ. Χασιώτης, Μεταξύ Οθωμανικής Κυριαρχίας και Ευρωπαϊκής Πρόκλησης. Ο Ελληνικός Κόσμος στα Χρόνια της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 87.

[44]. Α.Π. Ανδρέου, «Οι Εθνικοί μας Μύθοι και η Διαιώνισή τους. Έλεος πια, με το «Κρυφό Σχολειό», Μακεδνόν 11 (2003), σ. 345.

[45]. Χ. Καρανάσιος, όπ. παρ., σ. 449.

[46]. Π. Στάθης, Κρυφό σχολειό: Τα ιστορικά δεδομένα για τον αβάσιμο ισχυρισμό, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-3-2011.

[47]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 13. Επίσης και A. Danos, «Nikolaos Gyzis’s The Secret School and an Ongoing National Discourse», Nineteenth – Century Art Worldwide 1 (2002)· Θ. Βερέμης, Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς, Η Σύγχρονη Συνέχεια, Αθήνα 2006, σ. 111.

[48]. Κ. Γεωργουσόπουλος, Ιστορία και θρύλος, εφ. Τα ΝΕΑ, 17-3-2007.

[49]. Α. Παππάς, Δέκα μικροί μύθοι για το 1821, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2006.

[50]. Β. Κρεμμυδάς, Η εκκλησία στο Εικοσιένα. Μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005· Α. Ηρακλείδης, Τα βιβλία ιστορίας του σχολείου. Πέρα από την ανάγκη για «βαρβάρους», εφ. Τα ΝΕΑ, 1-2-2007.

[51]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 38· Χ. Σακελλαρίου, «Τα Αληθινά Κρυφά Σχολειά», Εκπαιδευτικά 1 (1985), σ. 134· Φ. Βώρος, «Η Αναζήτηση της Ιστορικής Αλήθειας και Συνήθεις Μεθοδεύσεις Παραχάραξης», Εκπαιδευτικά 1 (1985), σ. 66· Α. Φραγκουδάκη, Σχολείο και «γνώση», εφ. Τα ΝΕΑ, 19-6-2010.

[52]. Το κρυφό σχολειό και ο ρόλος της εκκλησίας στην παιδεία, εφ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 25-3-2005.

[53]. Β. Κρεμμυδάς, Αυτόκλητοι διδάσκαλοι ιστορίας, εφ. Τα ΝΕΑ, 8-6-1999.

[54]. Κ. Γεωργουσόπουλος, Περί ιστορικών μύθων, εφ. Τα ΝΕΑ, 2-4-2011.

[55]. Β. Κρεμμυδάς, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998.

[56]. Β. Κρεμμυδάς, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998.

[57]. Β. Κρεμμυδάς, Τι σηματοδοτούν η εκλογή αρχιεπισκόπου και προέδρου του ΣΥΝ, εφ. Τα ΝΕΑ, 27-2-2008· του ιδίου, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998.

[58]. Δ. Κούρτοβικ, Αλλού το όνειρο κι αλλού το ’21, εφ. Τα ΝΕΑ, 24-3-1998· Μ. Ρεπούση (συνέντευξη), «Να τελειώνουμε με τη μονομέρεια στα βιβλία», εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 18-3-2007.

[59]. Α.Π. Ανδρέου, «Οι Εθνικοί μας Μύθοι και η Διαιώνισή τους. Έλεος πια, με το «Κρυφό Σχολειό», Μακεδνόν 11 (2003), σ. 345· Β. Κρεμμυδάς, Η εκκλησία στο Εικοσιένα, μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005.

[60]. Β. Κρεμμυδάς, «Ο λόγος περί Ιστοριογραφίας στα μη Ιστοριογραφικά Κείμενα», Μνήμων 25 (2003), σ. 206. Επίσης και στην αναδημοσίευσή του, με τον υπέρτιτλο «Ορθώς Κείμενα», στην εφ. Η ΑΥΓΗ, 24-9-2004.

[61]. Β. Κρεμμυδάς, όπ. παρ.· Π.Κ. Ιωακειμίδης, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, εφ. Τα ΝΕΑ, 30-3-2007.

[62]. Β. Κρεμμυδάς, όπ. παρ.

[63]. Δ.Π. Σωτηρόπουλος, Τα ορλωφικά δεν ήταν εθνική επανάσταση, εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2-9-2007.

[64]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους. 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.

[65]. Λ. Πολίτης, Θέματα της Λογοτεχνίας μας, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 17. Πρόκειται για αναδημοσίευση της ομιλίας που είχε εκφωνήσει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στις 25 Μαρτίου 1956· Το κρυφό σχολειό και ο ρόλος της εκκλησίας στην παιδεία, εφ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 25-3-2005.

[66]. Ι. Γιαννουλόπουλος, Ατυχείς συγκυρίες, εφ. Το ΒΗΜΑ, 17-6-2007.

[67]. Β. Κρεμμυδάς, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998.

[68]. Αγγ. Ελεφάντης, Επιλεγόμενα στο βιβλίο που συντάραξε το Ρωμέικο για 400 μέρες, εφ. Η ΑΥΓΗ, 5-10-2007.

[69]. Β. Κρεμμυδάς, Η εκκλησία στο Εικοσιένα, μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005· του ιδίου, Χονδροειδής παραποίηση της ιστορίας, εφ. Τα ΝΕΑ, 7-6-2000.

[70]. Δήλωση της καθηγήτριας Ελισάβετ Ζαχαριάδου στο Ασοσιέιτεντ Πρες στις 12-5-1998. Βλ. σχ. Ο Ιός, Ο Μύθος του κρυφού σχολειού. Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Κάτω τα χέρια από τον εθνικό μας μύθο, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 30-8-1998.

[71]. Ν. Θεοτοκάς, Η ορθόδοξος ανατολική εκκλησία και το «σατανικόν φρόνημα» του 1821, εφ. Η ΑΥΓΗ, 23-3-2001.

[72]. Β. Κρεμμυδάς, Η σύγκρουση για την ιστορία. Ο ιστορικός στη χλεύη του «λαού», εφ. Τα ΝΕΑ, 26-4-2007.

[73]. Π. Στάθης, Το Κρυφό Σχολειό του Άλκη Αγγέλου, εφ. Η ΑΥΓΗ, 12-4-1998.

[74]. Σ.Π. Παπαγεωργίου, Από το Γένος στο Έθνος. Η Θεμελίωση του Ελληνικού Κράτους, 1821-1862, Αθήνα 20052, σ. 113.

[75]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σσ. 19-23· 31.

[76]. Β. Κρεμμυδάς, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998.

[77]. Β. Κρεμμυδάς, Ο πιο ανθεκτικός μύθος, εφ. Τα ΝΕΑ, 16-4-1998· του ιδίου, Χονδροειδής παραποίηση της ιστορίας, εφ. Τα ΝΕΑ, 7-6-2000· του ιδίου, Η εκκλησία στο Eικοσιένα. Μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005.

[78]. Αγγ. Ελεφάντης, Επιλεγόμενα στο βιβλίο που συντάραξε το Ρωμέικο για 400 μέρες, εφ. Η ΑΥΓΗ, 5-10-2007.

[79]. Δ. Κούρτοβικ, Αλλού το όνειρο κι αλλού το ’21, εφ. Τα ΝΕΑ, 24-3-1998.

[80]. Γ.Η. Χάρης, Tο κρυφό σχολειό και η κρυφή του αλήθεια, εφ. Τα ΝΕΑ, 3-4-2004.

[81]. Β. Κρεμμυδάς, Η εκκλησία στο Eικοσιένα. Μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005· του ιδίου, Η εκκλησία, το κράτος και οι μύθοι. Με αφορμή την πρόσφατη «διένεξη», εφ. Τα ΝΕΑ, 26-8-2003· Αγγ. Ελεφάντης, όπ. παρ.

[82]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», όπ. παρ., σ. 38.

[83]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους. 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.

[84]. Ι.Κ. Χασιώτης, Μεταξύ Οθωμανικής Κυριαρχίας και Ευρωπαϊκής Πρόκλησης. Ο Ελληνικός Κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 87.

[85]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 19.

[86]. Π. Στάθης, «Ιστορική Κουλτούρα και Κατασκευασμένη Μνήμη: Τα Κρυφά Σχολειά», στον τόμο Επιστημονικό Συμπόσιο, Μύθοι και Ιδεολογήματα στη Σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 2007, σ. 236.

[87]. Π. Στάθης, όπ. παρ., σ. 231.

[88]. Π. Στάθης, όπ. παρ., σσ. 227-228, όπου και σχετικές παραπομπές (σημ. 8).

[89]. Και οι δύο στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ. Η πρώτη στις 21-01-2011, στην συζήτηση που ακολούθησε την προβολή του α΄ επεισοδίου της σειράς 1821, και η δεύτερη στις 28-2-2011, στην εκπομπή Νέοι Φάκελοι.

[90]. Α. Αναστασόπουλος, «Προσεγγίζοντας το Ζήτημα της “Ανάγνωσης” των Πηγών: Μια Μαρτυρία περί Οικοδιδασκαλίας τον 17ο Αιώνα και το Κρυφό Σχολειό», Τα Ιστορικά 27 (2010), σ. 362.

[91]. «Even during times of great political distress such as the Ottoman rule or the Nazi occupation of Greece during the Second World War, participation in some form of official or unofficial literacy practices provided Greeks with a sense of direction and pride, a form of moral sustenance. For instance, the “secret schools”, which operated clandestinely and “illegally” during the Ottoman rule over Greece for nearly 400 years, taught the children basic literacy skills but also instilled in them a strong Greek ethos. Similarly, during the Second World War when official public and private schools were forced to shut their doors to the young Greeks, many were “home-schooled” by relatives or friends»: A. Dragona, C. Handa, «Xenes Glosses: Literacy and Cultural Implications of the Web for Greece», στον τόμο G.E. Hawisher, C.L. Selfe (εκδ.), Global Literacies and the World-Wide Web, London-New York 2000, σ. 66.

[92]. «Greeks have always considered their Greek language to be a binding force to their ethnic identity. They struggled for its survival during many periods of foreign domination, evidenced by the endurance and maintenance of the Greek language during four hundred years of occupation by the Ottoman Empire at which time the learning of the Greek language was forbidden. Krifa-Skolia, “Hidden Schools”, operated clandestinely under the cover of darkness to maintain the language during this period»: Ch.M. Costantakos, J.N. Spiridakis, «Greek in New York», στον τόμο O. García, J.A. Fishman (εκδ.), The Multilingual Apple: Languages in New York City, Berlin-New York 20022, σ. 144.

[93]. J. Georgas, «Ecological-Social Model of Greek Psychology», στον τόμο U. Kim, J.W. Berry (επιμ.), Indigenous Psychologies, Research and Experience in Cultural Context, Cross-Cultural Research and Methodology Series 17, Newbury Park 1993, σσ. 62· 65.

[94]. N.V. Gianaris, Geopolitical and Economic Changes in the Balkan Countries, Westport, Conn. 1996, σ. 42.

[95]. «Education has a long tradition in Greece. Socrates was teaching when the peoples of Western Europe were still illiterate. […] Happenings during those four hundred years [of Turkish occupation] must have stirred the Greeks’ appetite for education; it is clear, in any case, that that the κρυφό σχολείο helped to preserve the Greek language and national identity»: G. Psacharopoulos, «Introduction», στο αφιέρωμα «Education in Greece Today: Contributions to the Perennial Debate» του περιοδικού Journal of Modern Greek Studies 13 (1995), σ. 169.

[96]. Π. Στάθης, Το Κρυφό Σχολειό του Άλκη Αγγέλου, εφ. Η ΑΥΓΗ, 12-4-1998.

[97]. Μ. Πύλια, Κρυφό σχολειό: Μια ολοφάνερη πλάνη. Οι εύκολες ιδέες στηρίζουν ισχυρά συστήματα εξουσίας, εφ. Η ΑΥΓΗ, 22-3-2009.

[98]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 100. Το ίδιο απόσπασμα από αυτήν την επιστολή του Σχολάριου βλ. στον πολυτιμότατο τόμο Κ.Β. Σκουτέρης, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκοταετηρίδος 3, εν Αθήναις 1971, σσ. 35-36.

[99]. E. Boyar, K. Fleet, A Social History of Ottoman Istanbul, Cambridge (κ. άλ.) 2010, σσ. 7-8, όπου όλες οι σχετικές αναφορές.

[100]. Θράκη, Μακεδονία, «Ελλάς» (Θεσσαλία-Στερεά), Πελοπόννησος, Ήπειρος και άλλες: Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 93.

[101]. Ηράκλεια, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Ναύπλιο, Ναύπακτος, Ιωάννινα και άλλες: Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 93. Είναι σαφές πως ο Ζυγομαλάς τοποθετεί την λαμπρή ακμή όλων αυτών των περιοχών και των πόλεων στην βυζαντινή και όχι στην κλασσική εποχή, διότι στην κλασσική εποχή δεν υπήρχε ούτε η Ναύπακτος, ούτε το Ναύπλιο, ούτε βέβαια τα Ιωάννινα! Άλλωστε, οι «Αγαρηνοί», ως γνωστόν, δεν κατέλυσαν την Αθήνα του Περικλή, αλλά την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε εδώ να μιλάμε για κλασικισμό του Ζυγομαλά, αλλά για βυζαντινισμό, μέσα από τον οποίον αναγνώριζε την λαμπρή ακμή και, κυρίως, την αδιάκοπη συνέχεια του γένους των Ελλήνων.

[102]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σσ. 93-94.

[103]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 431.

[104]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 437.

[105]. Χ. Καρανάσιος, «Η Εκπαίδευση», Ιστορία των Ελλήνων, τ. 10, Ο Ελληνισμός υπό Ξένη Κυριαρχία 1453-1821, Β΄ έκδοση, σ. 450· Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 81· Α. Παππάς, Δέκα μικροί μύθοι για το 1821, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2006.

[106]. Π. Στάθης, Κρυφό σχολειό: Τα ιστορικά δεδομένα για τον αβάσιμο ισχυρισμό, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-3-2011.

[107]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 433.

[108]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 94.

[109]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 437.

[110]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 445.

[111]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 94.

[112]. Είχε ιδρυθεί το 1576: Γ. Καράς, Οι Θετικές Επιστήμες στον Ελληνικό Χώρο (15ος-19ος Αιώνας), Αθήνα 1991, σ. 29. Η επιστολή αυτή του Ζυγομαλά προς τον Κρούσιο έχει ημερομηνία 1581: Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 98.

[113]. Α. Λιάκος Είχε η εκκλησία εθνική συνείδηση;, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-03-2007.

[114]. Αγγ. Ελεφάντης, Επιλεγόμενα στο βιβλίο που συντάραξε το Ρωμέικο για 400 μέρες, εφ. Η ΑΥΓΗ, 5-10-2007.

[115]. Π.Μ. Κιτρομηλίδης, «“Νοερές Κοινότητες” και οι Απαρχές του Εθνικισμού Ζητήματος στα Βαλκάνια», στον τόμο Θ. Βερέμης (επιμ.), Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 1997, σ. 107.

[116]. Αγγ. Ελεφάντης, όπ. παρ.

[117].Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς ήταν γιος του Ιωάννη Ζυγομαλά, ο οποίος ήταν όχι μόνον πρωτονοτάριος αλλά και μέγας ρήτωρ της πατριαρχικής αυλής.

[118]. Τ.Ε. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Ελληνικά Σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. 1, εν Αθήναις 1936, σ. 235.

[119]. Για τα σχολεία των Αθηνών επί τουρκοκρατίας βλ. σχ. Τ.Ε. Ευαγγελίδης, όπ. παρ., σσ. 233-249· Κ. Χατζόπουλος, Ελληνικά Σχολεία στην Περίοδο της Οθωμανικής Κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 120-132.

[120]. S. Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge 2003 [1968], σ. 217· ελλ. μετάφραση, Σ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, τ. 2, Αθήνα 1979, σ. 411.

[121]. J. Pinnington, Anglicans and Orthodox, Unity and Subversion, 1559-1725, Leominster 2003, σ. 13.

[122]. Για όλες τις εκδόσεις του έργου αυτού, με πλήρη περιγραφή τους, βλ. στο Κ. Γαρίτσης, Ο Χριστόφορος Άγγελος (†1638) και τα Έργα του: Πόνησις, Εγκώμιον, Εγχειρίδιον και Αποστασία, Γραμματεία της Τουρκοκρατίας (15ος-18ος αι.), Κείμενα και Μελέτες 2α, Θήρα 2008, σσ. 103 κ. εξ.

[123]. Κ. Γαρίτσης, όπ. παρ., σ. 121.

[124]. Γ. Βλαχογιάννης, Καραϊσκάκης, Αθήνα χ.χ., σ. 152· Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 14.

[125]. Γ. Κατσιαμπούρα, Το κρυφό σχολειό και ο Γρηγόριος Ε΄, εφ. Η ΑΥΓΗ, 24-3-2004.

[126]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 38.

[127]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Κατάσταση της Παιδείας στις Υπόδουλες Ελληνικές Περιοχές», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 10, σ. 370.

[128]. A. Ingram, «Readers and Responses to George Sandys’ A Relation of a Iourney begun An: Dom: 1610 (1615): Early English Books Online (EEBO) and the History of Reading», European Review of History/Revue Européenne d’Histoire 17 (2010), σ. 287· 294.

[129]. A. Hadfield, Amazons, Savages and Machiavels, Oxford 2001, σ. 152.

[130]. A. Vine, In Defiance of Time, Oxford 2010, σ. 149.

[131]. A. Ingram, όπ. παρ., σ. 291.

[132]. J. Haynes, The Humanist as Traveler, Cranbury, NJ (κ. άλ.) 1986, σ. 15.

[133]. B. Andrea, «“Upon them be peace”: The Ottoman Spirit, Early Modern Models of Toleration, and Contemporary Debates over Multiculturalism», στον τόμο K. Karpat, Y. Yıldırım (εκδ.), The Ottoman Mosaic: Exploring Models for Peace by re-exploring the Past, Seattle 2010, σ. 75.

[134]. B. Andrea, όπ. παρ., σ. 76.

[135]. «Which Countries, once so glorious and famous for their happy estate, are now through vice and ingratitude, become the most deplored spectacles of extream misery; the wild beasts of mankind having broken in upon them, and rooted out all civility, and the pride of a stern and barbarous Tyrant possessing the Thrones of ancient and just Dominion. […] Those rich lands at this present remain waste and overgrown with bushes, receptacles of wild beasts, of thieves and murderers, large Territories dispeopled, or thinly inhabited; good Cities made desolate; sumptuous buildings become ruines, glorious Temples either subverted, or prostituted to impiety; true Religion discountenanced and oppressed, all Nobility extinguished; no light of learning permitted, nor virtue cherished: violence and rapine insulting over all»: Προσφώνηση To the Prince, G. Sandys, A Relation of a Iourney begun An. Dom. 1610, London 1615, fol. 3v. Για την ορθογραφία του κειμένου ακολουθούμε την 7η έκδοση του έργου, με τον τίτλο Sandys Travels, London 1673.

[136]. A. Vine, In Defiance of Time, Oxford 2010, σ. 150.

[137]. B. Charry, «“Backward and Abysm of Time”: Negotiating with the Dead in The Tempest», στον τόμο B. Charry, G. Shahani (εκδ.), Emissaries in Early Modern Literature and Culture, Transculturalisms 1400 – 1700, Farnham 2009, σ. 216.

[138]. J. Ellison, George Sandys: Travel, Colonialism and Tolerance in the 17th Century, Studies in Renaissance Literature 8, Cambridge 2002, σ. 60.

[139]. Γ. Βαλέτα, «Εισαγωγή», στον τόμο Γ. Βαλέτα (εκδ.), Μελέτιος Πηγάς, Χρυσοπηγή, Αθήναι 1958, σ. 32.

[140]. Τοις εν Πολωνία (Σ΄ επιστολή), στον τόμο Μητρ. Αξώμης Μεθόδιος [Φούγιας], Μελετίου Πηγά Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας Επιστολαί, Αθήναι 1976, σ. 240. Το συγκεκριμένο απόσπασμα παρατίθεται και από τους Αθανάσιο Κομνηνό Υψηλάντη και Ανδρόνικο Κ. Δημητρακόπουλο: Α. Κομνηνού Υψηλάντου, Εκκλησιαστικών και Πολιτικών των εις Δώδεκα, Βιβλίον Η΄, Θ΄ και Ι, ήτοι Τα μετά την Άλωσιν (1453-1789), Γ. Αφθονίδου Σιναΐτου (εκδ.), εν Κωνσταντινουπόλει 1870, σ. 117• Α.Κ. Δημητρακόπουλος, Δοκίμιον Περί του Βίου και των Συγγραμμάτων Μητροφάνους του Κριτοπούλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, εν Λειψία 1870, σ. 5.

[141]. Τοις εν Πολωνία (Σ΄ επιστολή), στον τόμο Μητρ. Αξώμης Μεθόδιος [Φούγιας], όπ. παρ., σσ. 240-241· Α. Κομνηνού Υψηλάντου, όπ. παρ.• Α.Κ. Δημητρακόπουλος, όπ. παρ.

[142]. Α. Κομνηνού Υψηλάντου,όπ. παρ., σ. 100.

[143]. Α. Κομνηνού Υψηλάντου,όπ. παρ., σ. 117.

[144]. Α. Κομνηνού Υψηλάντου,όπ. παρ., σ. 117. Η Αίγυπτος καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1517.

[145]. Ο Φαναριώτης Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης γεννήθηκε το 1730 και συνέγραψε μια τεράστια παγκόσμια ιστορία σε 12 βιβλία, την οποία τελείωσε το 1789. Το 1870 ο αρχιμ. Γερμανός Αφθονίδης εξέδωκε τα τρία από τα 12 βιβλία, τα 8, 9 και 10, που περιέχουν Τα Μετά την Άλωσιν.

[146]. Τω Θεοδώρω Βασιλεί Μοσκόβου (ΛΒ΄ επιστολή), στον τόμο Μητρ. Αξώμης Μεθόδιος [Φούγιας], όπ. παρ., σ. 69.

[147]. Α. Παπαδοπούλος-Κεραμεύς, Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη, τ. 2, εν Πετρουπόλει 1894, σσ. 513-514· Κ.Β. Σκουτέρης, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκοταετηρίδος 3, εν Αθήναις 1971, σσ. 63-64.

[148]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους. 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.

[149]. Αγγ. Ελεφάντης, Επιλεγόμενα στο βιβλίο που συντάραξε το Ρωμέικο για 400 μέρες, εφ. Η ΑΥΓΗ, 5-10-2007.

[150]. P.M. Kitromilides, «Orthodoxy and the West: Reformation to Enlightenment», στον τόμο M. Angold (εκδ.), Cambridge History of Christianity, τ.5, Eastern Christianity, Cambridge (κ. άλ.) 2006, σσ. 198-199.

[151]. Κ.Ν. Σάθας, Νεοελληνική Φιλολογία, εν Αθήναις 1868, σ. 247.

[152]. Κ.Ι. Δυοβουνιώτης, «Μητροφάνους Κριτοπούλου Ανέκδοτος Γραμματική της Απλής Ελληνικής Εκδιδομένη», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. 1, Αθήναι 1924, σ. 97, σημ. 2.

[153]. Κ.Ι. Δυοβουνιώτης, όπ. παρ., σ. 106. Το ίδιο και στο Γ. Κουρνούτος (επιμ.), Λόγιοι της Τουρκοκρατίας Α΄, ΒΒΑ 4, Αθήναι 1956, σ. 302.

[154]. Κ.Ι. Δυοβουνιώτης, όπ. παρ., σσ. 106-107· Γ. Κουρνούτος (επιμ.), όπ. παρ., σσ. 302-303.

[155]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 38.

[156]. Μ. Πύλια, Κρυφό σχολειό: Μια ολοφάνερη πλάνη. Οι εύκολες ιδέες στηρίζουν ισχυρά συστήματα εξουσίας, εφ. Η ΑΥΓΗ, 22-3-2009.

[157]. Δήλωση του καθηγητή Α. Πολίτη στο άρθρο, Το «φανερό» σχολείο έφερε τον… ξεσηκωμό. Μύθοι και σκληρές αλήθειες για την Επανάσταση του 1821, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2010.

[158]. Α. Παππάς, Δέκα μικροί μύθοι για το 1821, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2006.

[159]. Γ.Γ. Μαζαράκης, Συμβολή εις την Ιστορίαν της εν Αιγύπτω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ε. Μιχαηλίδου (επιμ.), Αλεξάνδρεια 1932, σσ. 246-247.

[160]. R. Clogg, A Concise History of Greece, Cambridge 20022, σ. 14· ελλ. μετάφραση, R. Clogg, Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας, 1770-2000, Αθήνα 20032, σσ. 35-37.

[161]. Κ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2004, σ. 27. Το έργο αξιολογήθηκε πριν εκδοθεί από εξαμελή επιστημονική επιτροπή, με πρόεδρο τον καθηγητή Β. Κρεμμυδά.

[162]. Ν. Θεοτοκάς, Η ορθόδοξος ανατολική εκκλησία και το «σατανικόν φρόνημα» του 1821, εφ. Η ΑΥΓΗ, 23-03-2001.

[163]. Π.Μ. Κιτρομηλίδης, «“Νοερές Κοινότητες” και οι Απαρχές του Εθνικισμού Ζητήματος στα Βαλκάνια», στον τόμο Θ. Βερέμης (επιμ.), Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 1997, σ. 107.

[164]. Όπως αυτοχρονολογείται η ίδια η επιστολή: Γ.Γ. Μαζαράκης, όπ. παρ., σ. 268.

[165]. Γ.Γ. Μαζαράκης, όπ. παρ., σ. 266.

[166]. «Plusieurs fois ie me suis estonné comme le Christianisme a pú subsister si long-temps en Turquie, et comme à present il y a encore plus de douze cent mille personnes en la Grece qui font profession d’estre Chrestiens: dautant que iamais du temps des Nerons, des Domitians, ny des Diocletians, la persecution n’a este si pernicieuse, qu’est celle que souffre l’Eglise en Orient. […] Mais comme ils sont priuez de ces. connoisances, ie ne trouue autre cause du bon-heur qu’ils ont d’estre Chrestiens (les pauures Grecs), que leur grande deuotion enuers la tres-saincte Vierge & Mere de Dieu»: F. Richard, Relation de ce qui s’est passé de plus Remarquable a Sant- Erini, Isle de l’Archipel, a Paris 1657, σσ. 97• 99. Την γνώση αυτής της μαρτυρίας οφείλουμε στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 10, σ. 150.

[167]. Π.Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 19992 [1995], σσ. 87-89.

[168]. Νεκταρίου Ιεροσολύμων, Προς τας Προσκομισθείσας Θέσεις παρά των εν Ιεροσολύμοις Φρατόρων διά Πέτρου του αυτών Μαΐστορος, Περί της Αρχής του Πάπα Αντίρρησις, Εν Γιασίω της Μολδαβίας 1682, σσ. 209-210. Επίσης και στον τόμο Κ.Β. Σκουτέρης, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκοταετηρίδος 3, εν Αθήναις 1971, σσ. 79-80.

[169]. Νεκταρίου Ιεροσολύμων, Προς τας Προσκομισθείσας Θέσεις παρά των εν Ιεροσολύμοις Φρατόρων διά Πέτρου του αυτών Μαΐστορος, Περί της Αρχής του Πάπα Αντίρρησις, Εν Γιασίω της Μολδαβίας 1682, σ. 197.

[170]. Α. Αναστασόπουλος, «Προσεγγίζοντας το Ζήτημα της “Ανάγνωσης” των Πηγών: Μια Μαρτυρία περί Οικοδιδασκαλίας τον 17ο Αιώνα και το Κρυφό Σχολειό», Τα Ιστορικά 27 (2010), σσ. 349-350.

[171]. Α. Αναστασόπουλος, όπ. παρ., σ. 364.

[172]. Γ. Κατσιαμπούρα, όπ. παρ.

[173]. Χ. Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», όπ. παρ., σ. 38.

[174]. Χ. Καρανάσιος, «Η Εκπαίδευση», Ιστορία των Ελλήνων, τ. 10, Ο Ελληνισμός υπό Ξένη Κυριαρχία 1453-1821, Β΄ έκδοση, σ. 448· Κ. Γεωργουσόπουλος, Ιστορία και θρύλος, εφ. Τα ΝΕΑ, 17-3-2007.

[175]. J. Pinnington, Anglicans and Orthodox, Unity and Subversion, 1559-1725, Leominster 2003, σ. 57.

[176]. S. Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge 2003 [1968], σ. 204· ελλ. μετάφραση, Σ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, τ. 1, Αθήνα 1979, σ. 391.

[177]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[178]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[179]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[180]. «But our Subject here is more Tragical, the subversion of the Sanctuaries of Religion, the Royal Priesthood expelled their Churches, and those converted into Moschs; the Mysteries of the Altar conceal’d in secret and dark places; for such I have seen in Cities and Villages where I have travelled, rather like Vaults or Sepulchres than Churches, having their Roofs almost levelled with the Superficies of the Earth, lest the most ordinary exsurgency of structure should be accused for triumph of Religion, and to stand in competition with the lofty Spires of the Mahometan Moschs. […] So the stable perseverance in these our days of the Greek Church therein, notwithstanding the Oppression and Contempt put upon it by the Turk […] is a Confirmation [of its verity] no less convincing than the Miracles and Power which attended its firs beginnings: For indeed it is admirable to see and consider with what Constancy, Resolution, and Simplicity, ignorant and poor men keep their Faith»: P. Rycaut, The Present State of the Greek and Armenian Churches, Anno Christi 1678, London 1679, σσ. 11-13· βλ. σχ. S. Runciman, όπ. παρ., σ. 204· Σ. Ράνσιμαν, όπ. παρ., σ. 390.

[181]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[182]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[183]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[184]. «But with what freedom soever Christianity is licensed amongst the Turks in Europe, […] in Eastern parts […] Christian Priest are forced to live with caution, and officiate in obscurity and privacy, fearing the superstitious temper of the Asian Zealots»: P. Rycaut, The Present State of the Greek and Armenian Churches, Anno Christi 1678, London 1679, σ. 23.

[185]. S. Runciman, όπ. παρ., σ. 204-205· Σ. Ράνσιμαν, όπ. παρ., σ. 391.

[186]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[187]. «And indeed it is no wonder to humane reason, that considers the oppression and contempt that poor Christians are exposed to […] that many should be found who retreat from the Faith; but it is rather a Miracle, and a true verification of those words of Christ, That the Gates of Hell shall not be able to prevail against his Church, that there is conserved still amidst so much opposition, and in despight of all Tyrrany and Arts contrived against it, an open and publick Profession of the Christian Faith»: P. Rycaut, The History of the Present State of the Ottoman Empire, The Sixth Edition Corrected, London 16866, σ. 149· βλ. σχ. S. Runciman, oπ. παρ., σ. 204· Σ. Ράνσιμαν, oπ. παρ., σσ. 390-391.

[188]. Α. Ηρακλείδης, Τα βιβλία ιστορίας του σχολείου. Πέρα από την ανάγκη για «βαρβάρους», εφ. Τα ΝΕΑ, 1-2-2007· Μ-Λ. Μουργκέσκου, Χ. Μπερκτάυ (επιμ.), Χ. Κουλούρη (διεύθ.), Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βιβλίο Εργασίας 1, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 14.

[189]. Α. Ηρακλείδης, Η Ελλάδα και ο «εξ Ανατολών Κίνδυνος», Αθήνα 2001, σ. 104.

[190]. J. Pinnington, Anglicans and Orthodox, Unity and Subversion, 1559-1725, Leominster 2003, σ. 74.

[191]. S. Runciman, όπ. παρ., σ. 292-293· Σ. Ράνσιμαν, όπ. παρ., σ. 524.

[192]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[193]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[194]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[195]. «You will here clearly see, with what great difficulties the poor Eastern Christians struggle, against what mighty opposition they still maintain the profession of Christianity, and how the Cross of Christ triumphs, notwithstanding the cruel mockings and insultings of the profest Enemies of it»: To the Reader, στο T. Smith, An Account of the Greek Church, Oxford 1680, fol. 6v.

[196]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[197]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[198]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[199]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[200]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[201]. «In the midst of the sad Pressures which daily afflict the poor Greeks, and the continual Scoffs and Blasphemies of the Turks, (who, being stupid and dull […]), it is no slight argument of the truth of the great Articles of the Christian Religion, […] that the Christians of the East do still retain […] the entire profession of the Mysteries of Faith, as they were believed and acknowledged in the first Ages»: T. Smith, An Account of the Greek Church, Oxford 1680, σσ. 195-196. Βλ. σχ. J. Pinnington, όπ. παρ., σ. 78.

[202]. Κ.Θ. Δημαράς, Λ. Πολίτης, Μ. Vitti, ad hoc.

[203]. Κ.Σ. Κασίνης, Η Ρητορική των Διδαχών του Ηλία Μηνιάτη, τόμ. Α΄, Αθήναι 2003 [1998], σ. 31.

[204]. Λόγος Πανηγυρικός εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου Μαρίας (πέμπτος πριν το τέλος).

[205]. Α. Λιάκος, Είχε η εκκλησία εθνική συνείδηση;, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-03-2007.

[206]. Αγγ. Ελεφάντης, Επιλεγόμενα στο βιβλίο που συντάραξε το Ρωμέικο για 400 μέρες, εφ. Η ΑΥΓΗ, 5-10-2007.

[207]. Γεώργιος Φατζέας, Γραμματική Γεωγραφική, τ. 2, Ενετίησιν 1760, σ. 142.

[208]. Γεώργιος Φατζέας, Γραμματική Γεωγραφική, τ. 2, Ενετίησιν 1760, σσ. 278-279.

[209]. Βλ. σχ. Γ. Καράς, Οι Θετικές Επιστήμες στον Ελληνικό Χώρο (15ος-19ος Αιώνας), Αθήνα 1991, σσ. 30-31, όπου παρατίθενται και στατιστικά στοιχεία, με σχετική βιβλιογραφία.

[210]. Μ. Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 2003, σ. 50 (στην έκδοση του 1987, σσ. 48-49).

[211]. M. Vitti, όπ. παρ.

[212]. D. Holton, «Η Κρητική Αναγέννηση», στον τόμο D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία και Κοινωνία στην Κρήτη της Αναγέννησης (μετάφραση από την αγγλική έκδοση: 1991), Ηράκλειο 20065 [1996], σ. 19.

[213]. Θ. Δετοράκης, «Η Τουρκοκρατία στην Κρήτη», στον τόμο Ν.Μ. Παναγιωτάκης (επιμ.), Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός, τ. 2, Κρήτη 1988, σ. 361.

[214]. Γεώργιος Φατζέας, Γραμματική Γεωγραφική, τ. 2, Ενετίησιν 1760, σσ. 375-376.

[215]. Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Β΄ έκδοσις, εν Λονδίνω 1860, σσ. 94-97· Γ΄ έκδοσις, εν Αθήναις 1888, σσ. 76-78.

[216]. Σ. Τρικούπη, όπ. παρ., 1860, σ. 93· 1888, σ. 75.

[217]. Ε. Πρεβελάκης, Β. Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη, Η Κρητική Επανάστασις 1866-1869, Εκθέσεις των εν Κρήτη Προξένων της Ελλάδος, Α΄, Απρίλιος 1866-Ιούλιος 1867, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 6Α, εν Αθήναις 1967, σ. κε΄.

[218]. Π. Καρολίδης, Ιστορία του ΙΘ΄ Αιώνος, Αθήνησιν 1893, σσ. 520-522.

[219]. Ε. Πρεβελάκης, Β. Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη, όπ. παρ., σσ. κε΄-κϛ΄. Αυτό ακριβώς επισημαίνουν οι Κρήτες επαναστάτες στους προξένους των ξένων δυνάμεων στο συνοδευτικό έγγραφο που επέδωσαν στον καθέναν απ’ αυτούς, όταν τους κοινοποίησαν την αναφορά προς τον σουλτάνο: «Αι διατάξεις του εκδοθέντος Χάρτου, υπό το όνομα Χαττ Χουμαγιούν, παρεγνωρίζοντο ενταύθα προφανώς»: Ν.Α. Τσιριντάνης, Η Πολιτική και Διπλωματική Ιστορία της εν Κρήτη Εθν. Επαναστάσεως, 1866-1868, Περίοδος Α΄, Έτος 1866-7, Αθήναι 1950, σ. 165.

[220]. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 13, σ. 253.

[221]. Ν.Α. Τσιριντάνης, όπ. παρ., σσ. 162-163.

[222]. Για θέμα της οικοδιδασκαλίας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας βλ. σχ. Α. Αναστασόπουλος, «Προσεγγίζοντας το Ζήτημα της “Ανάγνωσης” των Πηγών: Μια Μαρτυρία περί Οικοδιδασκαλίας τον 17ο Αιώνα και το Κρυφό Σχολειό», Τα Ιστορικά 27 (2010), σ. 355, όπου σχ. βιβλιογραφία.

[223]. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 13, σ. 254.

[224]. Ν.Α. Τσιριντάνης, όπ. παρ., σσ. 171-172.

[225]. «A long task, Mr. President, would be the relating of our sufferings, in which every right-thinking observer must sympathize. […] Tribunals we have only by name, and justice is a thing unknown to us; the government is the arbitrary will of the governor. Our children, from the lack of schools, are reared in the darkness of ignorance. In no public position are we accepted. Our evidence before the tribunals has not the same weight as that of the Ottomans. The evil that the Mussulmen do to us is seldom punished. Religious toleration, which is so often proclaimed, is perverted and made vain. We ourselves, from the little means we have, support our clergy, and with little exception our school»: Executive Documents printed by Order of the House of Representatives, During the Second Session of the Thirty-Ninth Congress, 1866-’67, τ. 7, Washington 1867, Ex. Doc. No. 38, σ. 6.

[226]. Κ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2004, σσ. 65-66, όπου συγκεκριμένα παραδείγματα.

[227]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Το Κρυφό Σχολειό και πάλι» [2005], Άρδην 64 (2007), σ. 37.

[228]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Κατάσταση της Παιδείας στις Υπόδουλες Ελληνικές Περιοχές», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 10, σ. 370.

[229]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 24.

[230]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 583. Η μαρτυρία αυτή στο έργο Ν.Β. Χρονόπουλος, Η Αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό, Αθήνα 2002, σ. 35.

[231]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σσ. 539-540.

[232]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 10, εν Βιέννη της Αυστρίας 1831, σσ. 383-384 (κείμενο και σημείωση).

[233]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 584.

[234]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 10, εν Βιέννη της Αυστρίας 1831, σσ. 383-384.

[235]. Το σχολείο αυτό είχε ιδρυθεί γύρω στα 1752 από τον μητροπολίτη Λαρίσης Μελέτιο Β΄: Θ. Παλιούγκας, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τ. 2, Αθήνα 2007, σ. 442.

[236]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 540.

[237]. «Λύκειον Μηλιωτικόν or Γυμνάσιον Μηλιωτικόν […] is remote from the jealous eye of the Turkish governor, and still more secured from his encroachments by certain privileges and immunities, which have been granted to the town by the government»: Noehden, «On the Instruction and Civilisation of Modern Greece», The Classical Journal 21 (1820), σ. 192. Το παράθεμα αυτό από το blog Cacofonix. Για το σχολείο των Μηλιών βλ. σχ. Τ.Ε. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Ελληνικά Σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. 1, εν Αθήναις 1936, σσ. 207-210.

[238]. Κ. Χατζόπουλος, Ελληνικά Σχολεία στην Περίοδο της Οθωμανικής Κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 250-251.

[239]. Κ. Χατζόπουλος, όπ. παρ., σσ. 254-255.

[240]. «But while these flattering and pleasing ideas are indulged, it is impossible not to remember the power of despotism, which hovers over the country, and which with its chilling gripe may at once destroy the fruits of the exertions of many laborious years. But nevertheless the friends of mankind ought not to be discouraged from laying their hand on so meritorious a work»: Noehden, «On the Instruction and Civilisation of Modern Greece», The Classical Journal 21 (1820), σ. 193.

[241]. «Whatever those who have the welfare of modern Greece at heart, may undertake […] how essential and necessary it is to be cautious in their proceedings, and above all things to take care not to give umbrage to the Turkish government. The fruits of the labor of many years may be lost by a single indiscretion: for what will resist the power, or moderate the violence, of that government, if its suspicions are roused, or its pride offended? The poor Greeks would be the sufferers: their improvement would be arrested, their institutions annihilated, and they would be thrust back into their former state of helpless inability, and of mental servitude. Nothing of a political nature ought to be mixed with the efforts that are used: and whatever a lively imagination may conceive to be the ultimate result of a more civilised condition of Greece, produced by instruction, it will be prudent to check those flights of fancy, and to keep such thoughts under the seal of a judicious silence»: Noehden, «On the Instruction and Civilisation of Modern Greece», The Classical Journal 21 (1820), σ. 196.

[242]. Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου του εξ Οικονόμων, Λόγοι Εκκλησιαστικοί, Εκφωνηθέντες εν τη Γραικική Εκκλησία της Οδησσού κατά το ΑΩΚΑ΄- ΑΩΚΒ΄ Έτος, εν Βερολίνω 1833, σ. 221 (σημ).

[243]. Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου του εξ Οικονόμων, Λόγοι Εκκλησιαστικοί, Εκφωνηθέντες εν τη Γραικική Εκκλησία της Οδησσού κατά το ΑΩΚΑ΄- ΑΩΚΒ΄ Έτος, εν Βερολίνω 1833, σσ. 250-251.

[244]. Υπήρχε και τρίτος δάσκαλος στο σχολείο αυτό, ο Στέφανος Οικονόμος, αδελφός του Κωνσταντίνου.

[245]. R. Clogg, «The “Dhidhaskalia Patriki” (1798): An Orthodox Reaction to French Revolutionary Propaganda», Middle Eastern Studies 5 (1969), σ. 114.

[246]. P. Mackridge, Language and National Identity in Greece, 1766-1976, Oxford 2009, σ. 124.

[247]. Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου του εξ Οικονόμων, Λόγοι Εκκλησιαστικοί, Εκφωνηθέντες εν τη Γραικική Εκκλησία της Οδησσού κατά το ΑΩΚΑ΄- ΑΩΚΒ΄ Έτος, εν Βερολίνω 1833, σ. 250.

[248]. Β. Κρεμμυδάς, Από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη στο Σήμερα, Το Εικοσιένα στις Νέες Ιστοριογραφικές Προσεγγίσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2007, σσ. 149.

[249]. Χ. Κουλούρη, Έργο μετρημένο, χωρίς στόμφο. H Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνος Τρικούπη, εφ. Το ΒΗΜΑ, 9-04-2006.

[250]. Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Β΄ έκδοσις, εν Λονδίνω 1860, σ. 194· Γ΄ έκδοσις, εν Αθήναις 1888, σ. 153. Την γνώση αυτού του περιστατικού οφείλω στο blog Cacofonix.

[251]. Κ. Κριτοβουλίδης, Απομνημονεύματα του περί της Αυτονομίας της Ελλάδος Πολέμου των Κρητών, εν Αθήναις 1859, σσ. 1-2· Σ. Τρικούπη, όπ. παρ.,1860, σ. 195· 1888, σ. 154.

[252]. Σ. Τρικούπη, όπ. παρ.,1860, σ. 195· 1888, σ. 154.

[253]. Το κείμενο του παραπάνω διατάγματος στον τόμο Δ. Νικολαΐδης, Οθωμανικοί Κώδηκες, ήτοι Συλλογή των εν Ενεργεία Νόμων, Κανονισμών, Διαταγμάτων και Οδηγιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εν Κωνσταντινουπόλει 1869, σ. 33· και στον τόμο Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Οθωμανική Διοίκηση και η Εκπαίδευση του Γένους, Κείμενα-Πηγές: 1830-1914, ΙΑΝΕ 4, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 73· επίσης στον τόμο Μ.Λ. Μουργκέσκου (επιμ.), Χ. Κουλούρη (διεύθ.), Έθνη και Κράτη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, Βιβλίο Εργασίας 2, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 39.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί στο ως άνω έργο η καθηγήτρια Κουλούρη και οι συνεργάτες της προτίμησαν να μεταφράσουν το παραπάνω εδάφιο του Χάττι Χουμαγιούν από την αγγλική μετάφραση και όχι να παραθέσουν την επίσημη ελληνική μετάφραση. Έχουν άραγε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αξιοσύνη του αγγλόφωνου μελετητή από τις ικανότητες των Ελλήνων «δραγουμάνων»; Ή μήπως είναι πιο in να μεταφράζουμε από τα αγγλικά, παρά να παραθέτουμε την επίσημη ελληνική μετάφραση των νόμων της αυτοκρατορίας;

[254]. Όπ. παρ.

[255]. Υπόμνημα της Α.Υ. του επί των Εξωτερικών Υπουργού της Υψηλής Πύλης προς τους εν Κωνσταντινουπόλει Αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων περί της Εφαρμογής του Χάττ-ι-Χουμαγιούν, Μάιος 1867.

[256]. Δ. Νικολαΐδης, όπ. παρ., σ. 46· Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, όπ. παρ., σσ. 83-84.

[257]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[258]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[259]. Δ. Νικολαΐδης, όπ. παρ., σ. 42.

[260]. Ε. Πρεβελάκης, Β. Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη, Η Κρητική Επανάστασις 1866-1869, Εκθέσεις των εν Κρήτη Προξένων της Ελλάδος, Α΄, Απρίλιος 1866-Ιούλιος 1867, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 6Α, εν Αθήναις 1967, σ. κε΄.

[261]. Α. Ηρακλείδης, Η Ελλάδα και ο «εξ Ανατολών Κίνδυνος», Αθήνα 2001, σ. 104.

[262]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 38.

[263]. Α. Πολίτης, «Φεγγαράκι μου Λαμπρό… Απόπειρα για ένα Μικρό Σχεδίασμα της Πρώτης Φάσης της Ιστορικής Διαδρομής του Μύθου του «Κρυφού σχολειού» [1994], στον τόμο του ιδίου, Το Μυθολογικό Κενό, Αθήνα 2000, σ. 26.

[264]. Β. Κρεμμυδάς, Η εκκλησία στο Εικοσιένα. Μύθοι και ιδεολογήματα, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2005· Φ. Βώρος, «Η Αναζήτηση της Ιστορικής Αλήθειας και Συνήθεις Μεθοδεύσεις Παραχάραξης», Εκπαιδευτικά 1 (1985), σ. 74.

[265]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Κατάσταση της Παιδείας στις Υπόδουλες Ελληνικές Περιοχές», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 10, σ. 370.

[266]. Γ. Κατσιαμπούρα, Το κρυφό σχολειό και ο Γρηγόριος Ε΄, εφ. Η ΑΥΓΗ, 24-3-2004.

[267]. S. Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge 2003 [1968], σσ. 224-225· ελλ. μετάφραση, Σ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, τ. 2, Αθήνα 1979, σ. 420.

[268]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 13.

[269]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 20.

[270]. Μακάριος Χριστιανόπουλος (Μαριδάκης), Βίβλος Οδηγός της Αληθείας, Αμστραδάμ [=Άμστερνταμ] 1743, σ. 7.

[271]. S.N. Faroqhi (εκδ.), The Cambridge History of Turkey, τ. 3, The Later Ottoman Empire, 1603–1839, Cambridge (κ. άλ.) 2006, σ. 55.

[272]. Όλο το κείμενο της Ικετηρίας δημοσιεύτηκε από τον Φ.Η. Ηλιού, Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία, Α, Τα Βιβλιογραφικά Κατάλοιπα του E. Legrand και του H. Pernot (1515-1799), Αθήνα 1973, σσ. 292-300.

[273]. Φ.Η. Ηλιού, όπ. παρ., σ. 292.

[274]. Φ.Η. Ηλιού, όπ. παρ., σ. 292.

[275]. Φ.Η. Ηλιού, όπ. παρ., σσ. 292-293.

[276]. Φ.Η. Ηλιού, όπ. παρ., σ. 293.

[277]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Εκκλησία», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 11, σ. 129.

[278]. Χ. Καρανάσιος, «Η Εκπαίδευση», Ιστορία των Ελλήνων, τ. 10, Ο Ελληνισμός υπό Ξένη Κυριαρχία 1453-1821, Β΄ έκδοση, σ. 450· Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 81· Α. Παππάς, Δέκα μικροί μύθοι για το 1821, εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2006.

[279]. Π. Στάθης, Κρυφό σχολειό: Τα ιστορικά δεδομένα για τον αβάσιμο ισχυρισμό, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-3-2011.

[280]. Χ.Γ. Πατρινέλης, Ο Ελληνισμός κατά την Πρώιμη Τουρκοκρατία (1453-1669), Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 155.

[281]. Α. Κουμαριανού «Εισαγωγικά», στον τόμο Α. Κουμαριανού (επιμ.), Δανιήλ Φιλιππίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, Στοχαστική Πεζογραφία 45, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη (Διευθυντής Α. Αγγέλου), Αθήνα 2006 [19882], σ. 28*.

[282]. Α. Μηλιαράκης, «Δανιήλ Φιλιππίδης και η Γεωγραφία αυτού, 1791», Εστία 19 (1885), τχ. 447, σ. 134.

[283]. Α. Ηρακλείδης, Η ανάγκη για μύθους, 25η Μαρτίου και κρυφό σχολειό, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.

[284]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 42.

[285]. Ν. Δραγούμη, «Απόσπασμα Υπομνημάτων Ανεκδότων», Πανδώρα, τ. 5, τχ. 115 της 1 Ιανουαρίου 1855, σσ. 450-451.

[286]. Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου του εξ Οικονόμων, Λόγοι Εκκλησιαστικοί, Εκφωνηθέντες εν τη Γραικική Εκκλησία της Οδησσού κατά το ΑΩΚΑ΄- ΑΩΚΒ΄ Έτος, εν Βερολίνω 1833, σ. 221 (σημ).

[287]. Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου του εξ Οικονόμων, Λόγοι Εκκλησιαστικοί, Εκφωνηθέντες εν τη Γραικική Εκκλησία της Οδησσού κατά το ΑΩΚΑ΄- ΑΩΚΒ΄ Έτος, εν Βερολίνω 1833, σσ. 250-251.

[288]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 29.

[289]. Α. Αναστασόπουλος, «Προσεγγίζοντας το Ζήτημα της “Ανάγνωσης” των Πηγών: Μια Μαρτυρία περί Οικοδιδασκαλίας τον 17ο Αιώνα και το Κρυφό Σχολειό», Τα Ιστορικά 27 (2010), σ. 354.

[290]. Α. Αναστασόπουλος, όπ. παρ., σσ. 353-354.

[291]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 20.

[292]. Α. Δημητρακόπουλος, Επανορθώσεις Σφαλμάτων παρατηρηθέντων εν τη Νεοελληνική Φιλολογία του Κ. Σάθα, μετά καί τινων Προσθηκών, Τεργέστῃ 1872, σσ. 45-46.

[293]. C. Iken, Leucothea, τ. 1, Leipzig 1825,σ. 7· 14. Το ελληνικό πρωτότυπο στο Α. Δημητρακόπουλος, όπ. παρ., σ. 49. Βλ. και Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 19.

[294]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 19.

[295]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 21.

[296]. Α. Πολίτης, «Φεγγαράκι μου Λαμπρό… Απόπειρα για ένα Μικρό Σχεδίασμα της Πρώτης Φάσης της Ιστορικής Διαδρομής του Μύθου του «Κρυφού σχολειού» [1994], στον τόμο του ιδίου, Το Μυθολογικό Κενό, Αθήνα 2000, σ. 27· Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σσ. 20-21· Σ.Π. Παπαγεωργίου, Από το Γένος στο Έθνος. Η Θεμελίωση του Ελληνικού Κράτους, 1821-1862, Αθήνα 20052, σσ. 112-113.

[297]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 23.

[298]. Α. Δημητρακόπουλος, όπ. παρ., σ. 44.

[299]. Α. Πολίτης, «Φεγγαράκι μου Λαμπρό… Απόπειρα για ένα Μικρό Σχεδίασμα της Πρώτης Φάσης της Ιστορικής Διαδρομής του Μύθου του «Κρυφού σχολειού» [1994], στον τόμο του ιδίου, Το Μυθολογικό Κενό, Αθήνα 2000, σσ. 27-28.

[300]. J. Rizo Nérοulοs, C ο urs de Litt é rature Grecque M ο derne, seconde édition revue et augmentée, Genève-Paris 18282, σ. 51 (στην Α΄ έκδοση, Genève-Paris 1827, σ. 45)· ελλ. μετάφραση, Ι. Ρίζος Νερουλός, Ιστορία των Γραμμάτων παρά τοις Νεωτέροις Έλλησι, Αθήνησι 1870, σ. 64.

[301]. J. Rizo Nérοulοs, 18282, σ. 30· 1827, σ. 28· Ι. Ρίζος Νερουλός, όπ. παρ., σ. 43.

[302]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[303]. J. Rizo Nérοulοs, 18282, σ. 52· 1827, σ. 46· Ι. Ρίζος Νερουλός, όπ. παρ., σ. 66.

[304]. Α. Πολίτης, όπ. παρ., σ. 28.

[305]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Το Κρυφό Σχολειό και πάλι» [2005], Άρδην 64 (2007), σ. 38.

[306]. Χ.Γ. Πατρινέλης, όπ. παρ., σ. 38.

[307]. Χ.Γ. Πατρινέλης, όπ. παρ., σ. 38.

[308]. Α. Πολίτης, όπ. παρ., σσ. 27-28· Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σσ. 20-21.

[309]. J. Rizo Nérοulοs, όπ. παρ., 18282, σ. 50· 1827, σ. 44· Ι. Ρίζος Νερουλός, όπ. παρ., σ. 63.

[310]. Α. Πολίτης, όπ. παρ., σ. 29.

[311]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 51.

[312]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 28. Όλος ο λόγος του Αποστολίδη στον τόμο Λόγοι Εκφωνηθέντες υπό του Πρυτάνεως και των Τεσσάρων Σχολαρχών κατά την Ημέραν της Εγκαθιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος, εν Αθήναις 1837 (τρίτος κατά σειράν λόγος).

[313]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 27.

[314]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 27. Το λάθος του Αγγέλου αναπαράγουν και οι επόμενοι: Γ. Κατσιαμπούρα, Το κρυφό σχολειό και ο Γρηγόριος Ε΄, εφ. Η ΑΥΓΗ, 24-3-2004· Γ. Κόκκινος, Διδακτικές Προσεγγίσεις στο Μάθημα της Ιστορίας. Για μια Νέα Διδακτική Μεθοδολογία στην Υπηρεσία της Κριτικής Ιστορικής Σκέψης, Αθήνα 20063, σ. 127.

[315]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 30.

[316]. Π. Στάθης, Το Κρυφό Σχολειό του Άλκη Αγγέλου, εφ. Η ΑΥΓΗ, 12-4-1998.

[317]. Κ. Φρεαρίτου, Λόγος Γενεθλιακός περί των Τυχών και της Φύσεως της Ελληνικής Επιστήμης, εν Αθήναις 1863, σ. 54.

[318]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 31.

[319]. Γ. Κατσιαμπούρα, όπ. παρ.

[320]. Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνησι 1858.

[321]. Φωτίου Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδοθέντα υπό Σταύρου Ανδροπούλου, Αρεοπαγίτου, τ. 1, εν Αθήναις 1899, σ. 36. (Στην εισαγωγική ενότητα Πώς εδιοικούντο αι Kοινότητες).

[322]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 48.

[323]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 50.

[324]. G. Chassiotis, L’ Instruction Publique chez Grecs depuis la Prise de Constantinople par le Turcs jusqu’à nos Jours, Paris 1881, σ. 3. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σσ. 49-50.

[325]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 50.

[326]. Το παράθεμα στον Α. Αγγέλου, όπ. παρ., σ. 47.

[327]. Τ.Ε. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Ελληνικά Σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. 1, εν Αθήναις 1936, σ. LXXIX. Βλ. σχ. Ν.Β. Χρονόπουλος, Η Αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό, Αθήνα 2002.

[328]. R. Puaux, Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος, Αθήνα χ.χ., σ. 126.

[329]. Φ. Κακριδής, Μύθος ή θρύλος το κρυφό σχολειό;, εφ. Το ΒΗΜΑ, 22-2-1998.

[330]. Α. Λιάκος, Είναι μύθος το «κρυφό σχολειό»;, εφ. Το ΒΗΜΑ, 8-3-1998.

[331]. S. Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge 2003 [1968], σ. 218· ελλ. μετάφραση, Σ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, τ. 2, Αθήνα 1979, σ. 412.

[332]. S. Runciman, όπ. παρ., σσ. 224-225· Σ. Ράνσιμαν, όπ. παρ., σ. 420.

[333]. Τις σχετικές παραπομπές βλ. στο Α.Α. Μανδρίκας, «Κρυφό Σχολειό», Μύθος ή Πραγματικότητα;, Αθήνα 1992, σσ. 111-113.

[334]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 554.

[335]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 38· Χ. Καρανάσιος, «Η Εκπαίδευση», Ιστορία των Ελλήνων, τ. 10, Ο Ελληνισμός υπό Ξένη Κυριαρχία 1453-1821, Β΄ έκδοση, σσ. 448· 450· Κ. Γεωργουσόπουλος, Ιστορία και θρύλος, εφ. Τα ΝΕΑ, 17-3-2007.

[336]. Για τον δύσκολο και μακρόχρονο αγώνα με τον οποίον η σουλτανική εξουσία περιόρισε τελικά την αγριότητα των γενίτσαρων στην Κρήτη βλ. Θ. Δετοράκης, «Η Τουρκοκρατία στην Κρήτη», στον τόμο Ν.Μ. Παναγιωτάκης (επιμ.), Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός, τ. 2, Κρήτη 1988, σσ. 353-355.

[337]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 539.

[338]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 539.

[339]. Α. Αναστασόπουλος, «Προσεγγίζοντας το Ζήτημα της “Ανάγνωσης” των Πηγών: Μια Μαρτυρία περί Οικοδιδασκαλίας τον 17ο Αιώνα και το Κρυφό Σχολειό», Τα Ιστορικά 27 (2010), σ. 361.

[340]. Χ. Λούκος, Μύθοι και στερεότυπα: Προϋποθέσεις για μια ουσιαστική ανατροπή τους, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-3-2011.

[341]. Και οι δύο στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ. Η πρώτη στις 21-01-2011, στην συζήτηση που ακολούθησε την προβολή του α΄ επεισοδίου της σειράς 1821, και η δεύτερη στις 28-2-2011, στην εκπομπή Νέοι Φάκελοι. Ο αυτούσιος διάλογος μεταξύ του δημοσιογράφου Αλέξη Παπαχελά και του Θάνου Βερέμη έχει ως εξής:
ΑΠ Κύριε Βερέμη να σας ρωτήσω κάτι άλλο … κρυφό σχολειό υπήρχε;
ΘΒ Υπήρξε στην περίοδο του Κοσμά του Αιτωλού. Όταν γίνονταν εξισλαμισμοί, λειτουργούσε το κρυφό σχολειό.
ΑΠ Δηλαδή ποια περίοδο αυτό και πού υπήρχε κρυφό σχολειό;
ΘΒ Υπήρξε σε διάφορες περιόδους συγχρονισμένων εξισλαμισμών, στην Ήπειρο παραδείγματος χάριν, στην περίοδο του Κοσμά του Αιτωλού έγιναν εξισλαμισμοί μεγάλοι και συστηματικοί, και τότε πράγματι λειτούργησε.
Το σχετικό βίντεο http://www.youtube.com/watch?v=tV05BClVfoY

[342]. Α. Αναστασόπουλος, όπ. παρ., σ. 362.

[343]. Το αντίθετο ισχυρίζεται ο Α. Αναστασόπουλος, όπ. παρ., σ. 362.

[344]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Το Κρυφό Σχολειό και πάλι» [2005], Άρδην 64 (2007), σ. 37.

[345]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[346]. «Christianity […] lies under a Cloud, and a greater abhorrency in Asia (unless in the Maritime Towns and Places)»: P. Rycaut, The Present State of the Greek and Armenian Churches, Anno Christi 1678, London 1679, σ. 23.

[347]. Μ.Κ. Παρανίκα, Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικώ Έθνει Καταστάσεως των Γραμμάτων από Αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των Αρχών της Ενεστώσης (ΙΘ΄) Εκατονταετηρίδος, εν Κωνσταντινουπόλει 1867, σσ. 108-109· βλ. σχ. Ν.Β. Χρονόπουλος, Η Αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό, Αθήνα 2002, σ. 68.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως η μελέτη του Παρανίκα είναι ένα έργο που διακρίνεται για την επιστημονική του εγκυρότητα. Όπως σημειώνει ο Αγγέλου, με την δημοσίευση της μελέτης του Παρανίκα, και κάποιων άλλων εξίσου αξιόλογων, «κάνει ομαδικά την εμφάνισή της, μέσα σε συντομότατο χρονικό διάστημα, η νεογέννητη επιστήμη της νεώτερης παιδείας μας και αποδεικνύει ότι η έρευνα όταν μένει ανεπηρέαστη από τις εμπνεύσεις οποιασδήποτε σκοπιμότητας, μπορεί να σταθεί μακριά από κάθε λογής μυθοπλασίες»: Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 40.

[348]. Η έμφαση από τον συγγραφέα.

[349]. «In ASIA vero, multo quam in Graecia tristior vastitas per Saracenos et Turcos facta est, qui non solum ecclesias et scholas, verum etiam urbium florentissimarum, quae hospitia ecclesiis et doctrinae studiis olim praebuerunt, aedificia deleuerunt»: D. Chytraeus, Oratio de Statu Ecclesiarum hoc tempore in Graecia, Asia et C., Francofurti 1583, σ. 19.

[350]. Θ. Δετοράκης, «Η Τουρκοκρατία στην Κρήτη», στον τόμο Ν.Μ. Παναγιωτάκης (επιμ.), Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός, τ. 2, Κρήτη 1988, σσ. 353-354.

[351]. Θ. Δετοράκης, όπ. παρ., σ. 353.

[352]. I. Zhelev Dimitrov, «Boulgarian Christianity», στον τόμο K. Parry (εκδ.), The Blackwell Companion to Eastern Christianity, Oxford 2007, σ. 54.

[353]. Θ. Βερέμης, Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς, Η Σύγχρονη Συνέχεια, Αθήνα 2006, σ. 111.

[354]. G. Psacharopoulos, «Introduction», στο αφιέρωμα «Education in Greece Today: Contributions to the Perennial Debate» του περιοδικού Journal of Modern Greek Studies 13 (1995), σ. 169.

[355]. D. Halikiopoulou, Patterns of Secularization: Church, State and Nation in Greece and the Republic of Ireland, Farnham 2011, σ. 47.

[356]. Ε.Α Ζαχαριάδου, Δέκα Τουρκικά Έγγραφα για την Μεγάλη Εκκλησία, ΕΙΕ/ΙΒΕ ΠΗΓΕΣ 2, Αθήνα 1996, σ. 24.

[357]. P. Mackridge, Language and National Identity in Greece, 1766-1976, Oxford 2009, σ. 34· B.J. Broome, Exploring the Greek Mosaic: Α Guide to Intercultural Communication in Greece, Yarmouth, Me 1996, σ. 55.

[358]. D. Brewer, Η Φλόγα της Ελευθερίας: Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία, 1821-1833 (ελλ. μετάφραση του αγγλικού: 2003), Αθήνα 2004, σ. 26.

[359]. P.W. Barker, Religious Nationalism in Modern Europe: Ιf God be for us, Routledge Studies in Nationalism and Ethnicity, London-New York 2009, σ. 140.

[360]. A. Dihle, Die Griechen und die Fremden, München 1994, σσ. 52-53· ελλ. μετάφραση, A. Dihle, Οι Έλληνες και οι Ξένοι, Αθήνα 1998, σ. 63.

[361]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 555.

[362]. Π. Στάθη, Χρύσανθος Νοταράς, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Πρόδρομος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Ανάλεκτα της καθ’ ημάς Ανατολής 6, Αθήνα 1999, σσ. 39-40.

[363]. J. Rizo Nérοulοs, C ο urs de Litt é rature Grecque M ο derne, Seconde édition revue et augmentée, Genève-Paris 18282, σσ. 24-25 (Α΄ έκδοση, Genève-Paris 1827, σ. 25)· ελλ. μετάφραση, Ι. Ρίζος Νερουλός, Ιστορία των Γραμμάτων παρά τοις Νεωτέροις Έλλησι, Αθήνησι 1870, σσ. 39-40.

[364]. «In Gymnasiis, quae jam DEI gratia in omnibus civitatibus Graecae mediocriter florent…»: A. Helladius, Status Praesens Ecclesiae Graecae, (χ.τ.) 1714, σ. 42. Την μαρτυρία του Ελλάδιου παραθέτει και ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, παραβλέποντας όμως την λέξη mediocriter, με αποτέλεσμα να αλλοιώνει καίρια το νόημά της. Ο Ελλάδιος δεν λέει πως τα Γυμνάσια «ήκμαζον πανταχού της Ελλάδος», όπως μεταφράζει και παραθέτει ο Χ. Παπαδόπουλος, αλλά ότι «κάπως» άκμαζαν, όπως δηλώνει το mediocriter: Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος [Παπαδόπουλος], «Η Εκκλησία και η Ελληνική Παιδεία κατά τους μετά την Άλωσιν Χρόνους», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 1935, τχ. β΄, Λόγοι, σ. 42.

[365]. Αντωνίου Κατηφόρου, Γραμματική Ελληνική Ακριβεστάτη, Ενετίησιν 1734, στην προσφώνηση Ευγενέστατε και Εκλαμπρότατε Κύριε, fol. 2r.

[366]. Γεώργιος Κωνσταντίνου, Λεξικόν Τετράγλωσσον, τ. 1, Ενετίησι 1757, σ. 9.

[367]. Γεώργιος Κωνσταντίνου, Λεξικόν Τετράγλωσσον, τ. 1, Ενετίησι 1757, σ. 10, σημ. (β).

[368]. Αυτό αναφέρει λανθασμένα ο συντάκτης του άρθρου, Το «φανερό» σχολείο έφερε τον… ξεσηκωμό. Μύθοι και σκληρές αλήθειες για την Επανάσταση του 1821, εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2010.

[369]. Γεώργιος Κωνσταντίνου, Λεξικόν Τετράγλωσσον, τ. 1, Ενετίησι 1757, σ. 9.

[370]. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 540.

[371]. J. Rizo Nérοulοs, όπ. παρ., 18282, σ. 57 (στην Α΄ έκδοση, Genève-Paris 1827, σσ. 47-48)· ελλ. μετάφραση, Ι. Ρίζος Νερουλός, όπ. παρ., σ. 67.

[372]. Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, εν Ιταλία 1806, βιβλίο ε΄, γ΄· (στην έκδοση Γ. Βαλέτα, σσ. 207-208).

[373]. Το παράθεμα στο Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», στον τόμο Ελλάς, Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα, τ. 2, Οι Μετά την Άλωση Χρόνοι και το Σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Αμαρούσιον Αττικής 1998, σ. 43.

[374]. Θ. Βερέμης, Ιστορία και ουτοπία, εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23-4-2011.

[375]. Χ.Γ. Πατρινέλης, «Η Εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία», όπ. παρ., σ. 38· Χ. Σακελλαρίου, «Τα Αληθινά Κρυφά Σχολειά», Εκπαιδευτικά 1 (1985), σ. 134· Φ. Βώρος, «Η Αναζήτηση της Ιστορικής Αλήθειας και Συνήθεις Μεθοδεύσεις Παραχάραξης», Εκπαιδευτικά 1 (1985), σ. 66· Α. Φραγκουδάκη, Σχολείο και «γνώση», εφ. Τα ΝΕΑ, 19-6-2010.

[376]. Ε. Πρεβελάκης, Β. Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη, Η Κρητική Επανάστασις 1866-1869, Εκθέσεις των εν Κρήτη Προξένων της Ελλάδος, Α΄, Απρίλιος 1866-Ιούλιος 1867, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 6Α, εν Αθήναις 1967, σ. κε΄.

[377]. Κ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2004, σ. 35.

[378]. Δ. Λαζαρίδης, «Η Ελληνική Παιδεία στον Πόντο», στο έργο Πόντος, Ιστορία και Πολιτισμός, τ. 2, Θεσσαλονίκη 2007, σσ. 1125-1126.

[379]. Κ. Φωτιάδης, όπ. παρ., σ. 36.

[380]. Ο σχετικός πίνακας στο Α.Υ. Παυλίδης, Το φροντιστήριο Τραπεζούντας (1900-1914) και η Ιδεολογική Κυριαρχία των Ελλήνων στον Πόντο, Αθήνα 2004, σ. 123.

[381]. Σ. Πελαγίδης, «Κρυπτοχριστιανοί ή Κρυπτομουσουλμάνοι; Προβλήματα από Προξενικές Εκθέσεις για τις Πρώτες Κινητοποιήσεις των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου (1857)», στον τόμο «Η καθ’ ημάς Ανατολή», Αφιερωματικός Τόμος στον Κωνσταντίνο Δεληκωνσταντή, Φλώρινα 2005, σσ. 129-140· Κ. Φωτιάδης, όπ. παρ., σ. 33.

[382]. Κ. Φωτιάδης, όπ. παρ., σσ. 65-66, όπου συγκεκριμένα παραδείγματα από την περιοχή του Πόντου.

[383]. Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, Αθήνησιν 1846, σ. 48.

[384]. Κ. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. 1, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21 16, Αθήναι 1957, σ. 27.

[385]. Μ.Κ. Παρανίκα, Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικώ Έθνει Καταστάσεων των Γραμμάτων από Αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των Αρχών της Ενεστώσης (ΙΘ΄) Εκατονταετηρίδος, εν Κωνσταντινουπόλει 1867, σ. 105.

[386]. Βλ. σχ. Γ. Καράς, Οι Θετικές Επιστήμες στον Ελληνικό Χώρο (15ος-19ος Αιώνας), Αθήνα 1991, σσ. 30-31, όπου παρατίθενται και στατιστικά στοιχεία με σχετική βιβλιογραφία.

[387]. Βλ. σχ. A. von Gemert, «Οι Χαμένες Γενιές της Κρήτης», στον τόμο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ροδωνία, Τιμή στον Μ.Ι. Μανούσακα, τ. 2, Ρέθυμνο 1994, σ. 606.

[388]. Μ. Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 2003, σ. 50 (στην έκδοση του 1987, σσ. 48-49).

[389]. D. Holton, «Η Κρητική Αναγέννηση», στον τόμο D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία και Κοινωνία στην Κρήτη της Αναγέννησης (μετάφραση από την αγγλική: 1991), Ηράκλειο 20065 [1996], σ. 19.

[390]. Θ. Δετοράκης, «Η Τουρκοκρατία στην Κρήτη», στον τόμο Ν.Μ. Παναγιωτάκης (επιμ.), Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός, τ. 2, Κρήτη 1988, σ. 361.

[391]. Π.Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 19992 [1995], σ. 48

  • Αν θέλετε να διαβάσετε σχόλια στο άρθρο ή να σχολιάσετε, ανοίξτε το ίδιο άρθρο στο Αντίβαρο.
  • Leave a Reply